Monday, March 16, 2015

Shiny Bay

The waters were glimpsing and reflecting the sunlight. It could blind your eyes, it could make you dizzy. We were standing on some small rock hills. Checking the waters, our cameras, the films we were carrying. The rocky shore had a gray, magnetic color, shimmering through the hot sun above us. It couldn't be more than 22 degrees, but the sudden appearance of spring made us all stifling in our winter clothes. 

The walk we did to get to the "Shiny Coast", as Jane was calling it proudly, was long and breathtaking. Lines of green and yellow mountains ahead of us. Rocky hills jutted out of the landscape like ant holes in the ground on warm days. They were calling the travelers it seemed. Calling in an unfamiliar, peculiar way. Like silent sirens in the dark, hollow forms of a strange power. This power was what dragged us here in the first place. We have read on a not-so-famous travel blog about the walkabouts of young travelers in these areas and we immediately started organizing it. Weeks passed till our trip could become a reality. Excitement was feeding our hearts. And one Monday we started, just the three of us. 

The town we needed to reach was 6 miles away from this gorgeous destination called "Shiny Bay". And now we were there wandering around with our analogue cameras, without any mobile phones, just ourselves. We arrived at noon and after we had discovered the whole area, we decided to stay overnight, building our tents a little farther. We had our little camp ready when we tried to gather some wood for later to light up a fire. Food was already solved with canned beans and some pork, along with the sandwiches that managed to survive the route. 

We were overwhelmed by the beauty of this place, all of us. Jane had a small Pinhole camera, made by an old Olympus, Mike used his old Nikon and I was trying to find a decent way to get good Polaroid pictures along with an old Leica. All of us with a different mission in our heads. All of us drifting away in problems that now looked like lost morning dreams. Boarding on a future only a camera could imprison. Living a present through travel intensity and nature enticements. Experience life in its greatest extent. 

We all had left something behind, we all pretended that this trip would change us for the better. The only thing we kept ignoring was that we could not just escape reality so easily. In the glimpse of the moment yes we could and we would. While we all got aroused by the warmth and the atmospheric mist in the shore, we started craving for a swim. Maybe in a way of cleansing our own past, forgetting our own selves and diving into a new form of reality. That of stillness. The mark of an era that was just beginning. We lured ourselves in the fresh water, wearing nothing but our underwear, swimming into life itself. It was real and intense. It was a moment frozen in time, a moment we will all share and cherish forever. Being Alive. 

This text is part of Picture Challenge, a writing challenge I started by creating short stories out of random pictures I would find online. The text is a product of my imagination, entirely inspired by the accompanied picture. 

(Picture found on Pinterest, source unknown)

Monday, March 2, 2015

Ο Γέρος

Γέρος και μόνος
με τα ροζιασμένα χέρια του
για παρέα
και η τρέλα του
μόνιμη συγκάτοικος_

Τα γέλια των άλλων
δεν τον πειράζουν,
ίσως και να μην τα καταλαβαίνει_

Τα δάκρυα της λύπης
όμως τα νιώθει
βαθιά και, ναι,
κάπως άχαρα
προχωρεί προς τα μπρος
ζητά για βοήθεια,
θυμάται έναν αριθμό,
τον λόγο μάλλον
τον έχει ξεχάσει
και σαν νέος πλέον
μονολογεί για όσα
δεν υπάρχουν πια_

Δυο λέξεις θυμάται
αργεί να απαντήσει
Καλώ τον αριθμό
δεν απαντάει,
ο γέρος μονολογεί -
ναι ένα ταξί παρακαλώ
για το κέντρο της πόλης
εδώ είναι μαζί μου_

Μα το συγγνώμη
δεν το νιώθει
και χάνεται
μέσα στην οδύνη
της ζωής του,
στην επανάληψη
του σκηνικού που
 - μάλλον -
τον έχουν ξεχάσει_

Κάποιες φορές
τον θυμάμαι
και ζηλεύω
το κενό του μυαλό.
Ίσως αν τον ξαναδώ
να τον ευχαριστήσω
για όλα όσα μου έμαθαν
τα αδιάφορα μάτια του. 

Βίκυ Γρίβα 

Tuesday, February 10, 2015

Distorted Reality

My Trivial Reality

Distortions fall from above
like snowflakes.
They come from within
my own cracked reality.

And I walk through the forest
of crushed dreams
unable to recover

from the disquiet of my soul.

Vicky Griva Photography ©

Saturday, January 17, 2015


Και έτσι συνέχισα τη ζωή μου
βυθισμένος σε πρόζες και μιμήσεις
χαμένος στα ψέμματα που έλεγα στον εαυτό μου
ώστε να μπορώ να κοιμάμαι.

Κανένας τοίχος δεν μπόρεσε να μου θυμίσει
τα αποκαλυπτήρια της φυλακής μου
που μόνος με βύθισα
σε γωνίες τρόμου.

Μόνο η αγάπη έχτιζε ναούς
που εγώ γκρέμιζα με μανία.


Vicky Griva Photography ©

Tuesday, January 6, 2015


- Εύθραυστη Ομορφιά -  

Η κοπέλα που κάθεται απέναντί μου είναι μελαγχολική. Είναι 15 χρονών, ψηλή και κοιτά στο κενό. Πιάνει τα μακριά ξανθά μαλλιά της και τα φέρνει στο στόμα της. Τίποτε πιο αφαιρετικό και μελαγχολικό από μία απλή και άχαρη κίνηση. Η ίδια όμως τη μεταμορφώνει σε ιεροτελεστία. Αυτή είναι η γοητεία που ασκούν τα νιάτα.

Τα μπλε της μάτια φαίνονται άδεια. Σα να βαριέται και όμως κάτι την απασχολεί. Κοιτάει στο κενό. Μα τι να είναι αυτό που τη βασανίζει; Το αιώνιο βάρος της νεότητας; Της ομορφιάς της; Ούτε και η ίδια πρέπει να γνωρίζει. Για εμάς που ξεχωρίζουμε την ομορφιά μέσα από πλήθος άμορφων ωραίων όλα αυτά ξέρουμε πως είναι μέρος της. Και πως όσοι γνωρίζουν πως είναι όμορφοι - στ' αλήθεια - υποφέρουν.

Δε με βλέπει που την παρατηρώ και κρατώ σημειώσεις. Δεν αντιλαμβάνεται την επίδραση που έχει μέσα μου. Μία αναστάτωση και μία έξαψη με καταβάλλουν. Είναι της κούρασης του ταξιδιού οι Ερινύες. Και της τεράστιας αποχής μου από τα τετράδια και τις λέξεις. Η μορφή της κοπέλας ξαφνικά μου τα επανέφερε όλα αυτά. Και γράφω απορροφημένη. Ίσως και εμένα κάποιος που δεν βλέπω να με παρατηρεί και να με εξετάζει. Ίσως να βλέπει αυτή την περίεργη συναλλαγή συναισθημάτων. Και μέσα στο χρόνο να αποτυπωθεί σαν όνειρο.

Αρχίζω να σιγουρεύομαι ότι η μικρή έχει συναίσθηση της ομορφιάς της. Αγγίζει τα μαλλιά της συχνότερα από όσο θα επέτρεπε ο χρόνος της αφηρημάδας. Χαμογελάει και κοκκινίζει. Παρατηρώ τον περίγυρό της και βλέπω πως η ξανθιά κυρία δίπλα της θα πρέπει να είναι η μητέρα της. Κηδεμόνας και προστάτης, ειδικά τώρα που αγγίζει τα όρια του συμβόλου στα μάτια μου. Άτομα σαν εμένα δεν είναι εμπιστοσύνης. Θα αρπάξω την ομορφιά, θα τη μεταμορφώσω σε λέξεις και θα την σκοτώσω. Η θλιβερή ομορφιά της μου αποκαλύπτεται και εγώ την αρπάζω.

Η αδρή καλοκαιρινή αίσθηση κάνει την εμφάνισή της στους γύρω μου. Είναι αργά το απόγευμα και το φαγητό αργεί να έρθει. Ο καλοκαιρινός αέρας καταλαγιάζει και προκαλεί μία γλυκιά εξάντληση. Το αλκοόλ βοηθάει. Χαμηλώνουν τα μάτια, γεμίζουν τα ποτήρια και εγώ συνεχίζω να κοιτώ προς το μέρος της. Τόσο όμορφη που φαντάζει στα μάτια μου σαν σκιά που συνεχώς απομακρύνεται. Το όμορφο είναι και άπιαστο. Είναι όντως τόσο αποκομμένη η ομορφιά; Μα πως να νιώθει άραγε σκεπτόμενη τον εαυτό της;

Δε θα βρω ποτέ απαντήσεις σε τούτα τα ερωτήματα. Ίσως κάποια άλλη μέρα. Τις σκέψεις μου διακόπτουν οι διπλανοί μου που πρόσεξαν ότι αφαιρέθηκα. Μάλλον φταίει που έφτασε το φαγητό και πεινάω. Μετά από ώρα την έχασα και συνέχισα να πίνω.

Αύγουστος 2014, Αμβούργο.

Vicky Griva Photography ©