Wednesday, July 4, 2012

Κάτι να θυμάμαι


Λατρεύω τη μυρωδιά του Απριλιάτικου γρασιδιού, την αίσθηση αυτή του επερχόμενου καλοκαιριού, που ξέρεις ότι θα σε ταλαιπωρήσει, κι όμως το αγαπάς τυφλά. Μου αρέσει αυτή η νοσταλγία για το χειμώνα που έφυγε, αλλά πιο πολύ αυτή η προσμονή για τις ανοιξιάτικες μυρουδιές των φρεσκοβρεμμένων λουλουδιών και των αχόρταγων μεθυσμένων ανέμων. Τι εκνευριστικά όμορφη εποχή η τωρινή. Τόσο όμορφη εποχή που μοιάζει κάθε φορά σαν να είναι η πρώτη φορά που τη ζεις κι η τελευταία συνάμα. Και όμως, κάθε φορά έχει την ίδια αίγλη, την ίδια γοητεία. 


Wednesday, June 27, 2012

Ένα λιμάνι και για μένα


Λίγες ημέρες, πολλές σκέψεις. Λίγα λεπτά, πολλά συναισθήματα. Και όμως κάπου εκεί στο βάθος όλα αυτά προϋπήρχαν. Σαν να ήξερε το σώμα και η ψυχή τι της έμελλε να ζήσει. Σαν να αισθανόταν προ πολλού τα μελλούμενα.

Και όμως τίποτε δεν ήξερε, και ούτε θα μάθει, το νιώθω. Χαμένη στη μετάφραση και αυτή, προσπαθεί να συνειδητοποιήσει τι γίνεται. Μόνο χρώματα γαλάζια και πράσινα βλέπει. Κάτι όμορφες σκεπές και πολλές πολλές ρόδες να γυρνούν ασταμάτητα. «Σαν όνειρο να μοιάζει» της λέω. Μα αυτή αλλοπαρμένη από τη ροή των χρωμάτων δε μου απαντά. Μόνο μία περίσσια χαρά έβλεπες στο πρόσωπό της, σαν τα μικρά παιδιά όταν τους δίνεις παγωτό.

«Έτσι ανέμελη και νέα να μείνεις» της λέω χαμηλόφωνα. «Μην αλλάξεις ποτέ και για κανέναν». Γυρίζει με κοιτά έτσι χαμογελαστή και ευδιάθετη που ήταν και απλά ξεστομίζει «Απλά κοίτα και ζήσε». Δεν περίμενα τέτοια απάντηση ομολογώ. Τόσο ειλικρινής και σωστή, τόσο αληθινή. Η πολύ σκέψη και ο συλλογισμός σε τρελαίνουν, ανείπωτος και ο ψυχολογικός κόπος των περιπλανήσεων. Τόσα χρόνια παλεύεις να σωθείς από το ακούραστο μυαλό σου και καταταλαιπωρείσαι αδίκως. Και τώρα είναι η ευκαιρία που πάντα αναζητούσες. Ηρεμία και γαλήνη. Η ‘στεριά’ που πάντα έψαχνες να αράξεις. Με τα χρώματα και τη μουντάδα που ποθείς, με τις μυρωδιές και τις γεύσεις που σου αρμόζουν. Όλα πακεταρισμένα περίτεχνα με αγάπη και στοργή για σένα μονάχα.


Τι και αν αλλάξεις, τι και αν μεγαλώσεις; Η ζωή είναι ένα αέναο ταξίδι. Και εσύ σαν καπετάνιος της δικής σου ζωής, πάντα θα ανακαλύπτεις νέους προορισμούς και λιμάνια. Η στεριά σου όμως θα είναι πάντα μία. Και η ψυχή σου πάντα θα χαμογελά συνεσταλμένα σαν ένα μικρό παιδί που απολαμβάνει κάθε στιγμή και λεπτό. Ακόμη και όταν εσύ δεν βλέπεις τα ψήγματα ευτυχίας που κρύβονται παντού, η ψυχή σου θα είναι εκεί να στο υπενθυμίζει τσιγκλώντας σε νοερά και ανέμελα. 

Friday, June 1, 2012

Ο Φόβος και Εσύ


Ένας φόβος ατρόμητος αιωρείται στο δωμάτιο. Δε σου μιλά, μα τον νιώθεις. Σε ανατριχιάζει πατόκορφα, σου μουδιάζει τις σκέψεις και σε ‘βυθίζει’ όλο και πιο κάτω. Είναι ζωντανός, ολοζώντανος και κακός. Πως επέτρεψες εσύ να σε κυριαρχήσει το συναίσθημα αυτό; Μα δε μιλάμε για ανθρώπινο συναίσθημα. Οι καταβολές του, είμαι πεπεισμένη, προέρχονται από κάτι πιο σκοτεινό από αυτό που νομίζουν οι περισσότεροι, δεν εξηγείται αλλιώς.

Σαν ένα αλλόκοτο τέρας να περιφέρεται ανέμελο στα δωμάτια της συνείδησής σου, έτοιμο να σε κατασπαράξει. Με συμμάχους κρυμμένους παντού στο υποσυνείδητό σου και άσπονδους φίλους του ασυνείδητού σου, σε πολεμάει διαρκώς. Αλλά ξέρεις ότι ο φόβος δεν πάει σε αυτούς που δεν τον καλωσορίζουν με θέρμη. Εσύ έριξες τις άμυνες σου νωρίς και πλέον είναι ετοιμοπόλεμος.

Στη σκέψη του και μόνο αρρωσταίνεις. Τι αλλόκοτο να φοβάσαι τον Φόβο τον ίδιο; Τουλάχιστον ξέρεις τι αντιμετωπίζεις. Η μήπως όχι; Κάθε φορά έρχεται μεταμορφωμένος, αλλά πάντα ξέρεις τις τακτικές του. Αυτή τη φόρα είναι τόσο διαφορετικά. Οι Αμφιβολίες σε πρόδωσαν, δίνοντας βήμα στο τέρας αυτό. Και εσύ με τη σειρά σου κουράστηκες που τον έχεις συνέχεια εκεί, μόνιμο επισκέπτη.

Και συνηθίζεις, όπως το θήραμα που πολιορκείται από τον κυνηγό του για μέρες, σαν τον ετοιμοπόλεμο στρατιώτη σε έναν διαρκή πόλεμο. Αποκτάς σιγά σιγά τα εφόδια που χρειάζεσαι για να τον αντιμετωπίζεις. Γιατί ξέρεις ότι θα σε συντροφεύει παντοτινά. Είναι αυτός τελικά που θα σου δίνει τη δύναμη να προχωράς, αυτός που θα σου δίνει τα εφόδια να αντιμετωπίσεις τον ίδιο σου τον εαυτό.

εσύ, αυτός  και το σκοτάδι


My suitcase is packed,
with all your heartbeats.
 So I walk to their sound
and head towards the sun.
So my shadow will cover
the tears on the ground
and moving away from the place,
where you took your last breath.
To finding my love
in the magic of life,
after death

Thursday, May 24, 2012

Ένας καθρέφτης και εγώ


Βλέπω κάτι αμυδρά. Ο καθρέφτης μου ραγίζει αργά και σταθερά. Ό, τι ήξερα πως ήμουν αλλοιώνεται σε μία άλλη μορφή που βλέπω να σχηματίζεται σταδιακά σε αυτόν τον καθρέφτη. Και λυγίζω. Μπροστά στη δύναμη που είμαι ικανή να έχω και δεν το τολμώ να εξωτερικεύσω. Μπροστά σε αυτό που θα ήθελα να είμαι και δεν τολμώ να γίνω.

Όλα αλλάζουν όμως, τα πάντα ανατρέπονται. Και αυτό είναι η ουσία της ζωής. Η Ανατροπή. Και κυρίως αυτή που προκαλείς και όχι αυτή που σε προκαλεί. Αλλά πολλούς τους τρομάζει όλο αυτό. Και εμένα δε λέω. Όμως τι είναι, σας ερωτώ, η ζωή χωρίς το ρίσκο; Βαρετή, ανιαρή, ανούσια. Και για να είμαστε ειλικρινείς, τα ωραία είναι και τα πιο δύσκολα, αυτά που ‘ξεχειλίζουν’ από παντού ρίσκο. Και σε καλό να μη σου βγει το ρίσκο, όταν το βράδυ θα πέσεις να κοιμηθείς ή τη στιγμή μετά την αποτυχία, θα γυρίσεις στον εαυτό σου και θα πεις : «Τουλάχιστον προσπάθησα». Και τότε είναι που και ήσυχος θα κοιμηθείς και θα ρίξεις στον εαυτό σου ένα χαμόγελο μπροστά στον καθρέφτη.

Άτιμο πράμα όμως ο καθρέφτης. Ώρες ώρες σε δείχνει όπως θα ήθελες να είσαι και πολλές φόρες όπως δεν μπορείς να είσαι. Αλλά κυρίως σου δείχνει την αλήθεια που δεν μπορείς να παραδεχτείς. Αντικατοπτρίζει αυτά που δεν παραδέχεσαι και είναι πάντα ο πιο ειλικρινείς από πολλούς.

Και κοιτιέσαι για ώρες μπροστά του, λες και πρώτη φορά αντικρίζεις τον εαυτό σου. Άλλαξες πολύ δεν αντιλέγω, αλλά δεν μπορώ να προσδιορίσω προς τα ποια κατεύθυνση. Μάλλον οι άλλοι θα το κρίνουν αυτό. Αυτό που μετράει για σένα όμως είναι ότι ο καθρέφτης σου δε λέει ποτέ ψέματα, ακόμη και αν το θες. Γυρίζεις αλλού να κοιτάξεις, γιατί αυτό που σου λέει δε σου αρέσει. Δακρύζεις και νευριάζεις, μα η αλήθεια δεν αλλάζει και εσύ το μόνο που μπορείς να κάνεις είναι να τη δεχτείς, πριν να είναι πολύ αργά. 

Thursday, May 3, 2012

Κάτι σκόρπιες σκέψεις

Κάτι ξεθωριάζει, σβήνει, είναι τα συναισθήματά μου ή εγώ η ίδια μέσα στο χρόνο;

Μια μουντάδα με στοιχειώνει και ένα κενό αβάσταχτο, αυτό της απουσίας σου.
Αλλά κάτι μου τρυπάει την καρδιά, ένα παράπονο, ένα γιατί, ένα τίποτα.

Και τόσα χρόνια χαμένα, σε γέλια και χαρές, σε κλάματα και λύπες.
Για αυτούς που εν τέλει αλλάζουν, γυρνούν σελίδα, κρίνουν, αδιαφορούν και ζητούν τα πάντα από σένα χωρίς να δίνουν τίποτα.


Μα τί έφταιξε, αναρωτιέμαι;
Άλλαξα εγώ; Όχι. Ο χρόνος και τα θέλω μας αλλάζουν, μια για πάντα.

Γράφτηκε στις 27 Φεβρουαρίου, μεταξύ ύπνου και ξύπνιου. Και δε διαφέρει και πολύ από το σήμερα...

Sunday, March 25, 2012

Κοίτα λίγο έξω από το παράθυρο… η άνοιξη κοντεύει


Είναι τα λουλούδια που ανθίζουν με ορμή. Και λίγο αυτό το μαγευτικό χρώμα που έχουν τα βουνά το σούρουπο. Την ώρα που δύει ο ήλιος και αγκαλιάζει όλη την πλάση, λες και χαίρονται όλοι μαζί που έφυγε ο ‘κακός’ χειμώνας. Μία αγκαλιά που χωρά όλο τον κόσμο και ένα φως που μας υπενθυμίζει ότι η ταπεινότητα και η ευγένεια είναι τα σπάνια εφόδια των καιρών μας.

Και πάλι παραμιλώ κρατώντας ένα κλαδάκι ανθισμένης αμυγδαλιάς. Ρεμβάζω, καθώς κοιτώ τα βουνά απέναντι λουσμένα σε αυτό το υπέροχο λιλά χρώμα τους. Μία γλυκιά υπενθύμιση ότι το μόνο που μας έχει απομείνει είναι η ομορφιά αυτού του κόσμου, που λίγο να ανοίξουμε τα μάτια μας θα θαμπωθούμε από την τόσο ομορφιά που κρύβει. Γιατί ξεχνούμε. Που ζούμε και πως ζούμε. Έχουμε απορροφηθεί από την ‘καθημερινότητά’ μας, από τις δουλειές και τις υποχρεώσεις μας. Και απλά χανόμαστε στους δρόμους και τα τεράστια κτίρια που χτίσαμε, προκειμένου να κρύψουμε από τους εαυτούς μας την ομορφιά αυτού του τόπου. Επίτηδες, για να μη βλέπουμε την αθλιότητα που οι ίδιοι δημιουργήσαμε. Έναν κόσμο άχρωμο, γεμάτο μπετό και καυσαέριο. Ένα κόσμο πλαστικών και ψεύτικων ιδεών. Έναν κόσμο που μαραζώνει αργά, χωρίς να σταματήσει ποτέ να μας υπενθυμίζει ότι μας κρατά στο χέρι. Ότι έχει τη δύναμη να μας εξοντώσει και ότι μονάχα επειδή μας το επιτρέπει είμαστε ακόμη εδώ. Μέχρι να καταλάβουμε ότι είμαστε απλά επισκέπτες και ότι τίποτα δεν μας ανήκει σε αυτή τη Γη.

Και θυμώνω. Θυμώνω πολύ, γιατί κανείς δε σταματά πια στο δρόμο να μυρίσει τα λουλούδια, κανείς δεν αγναντεύει το απέραντο γαλάζιο, κανείς δεν ενδιαφέρεται και κανείς πια δεν κοιτά. Άσε το κινητό από το χέρι, σήκω από το λαπτοπ σου και βγες έξω, σταμάτα να βυθίζεσαι στον εικονικό σου κόσμο και κοίτα λίγο από το παράθυρο τη μαγεία που εκτυλίσσεται μπροστά σου μέρα με τη μέρα. Τη δύναμη του ήλιου, την ομορφιά, τη χαρά και τη γαλήνη που κρύβει κάθε ίντσα που δεν είναι καλυμμένη με μπετό. Που με σθένος ξεπροβάλλει από όλο το γκρίζο, να σου πει με πείσμα ότι είναι ΕΔΩ. Σα να θέλει να ξεριζώσεις όλο αυτό που έχτισες μια για πάντα.

Μα και να θυμώσω, πάλι τίποτα δε θα βγει. Το μόνο που μπορώ να κάνω πια είναι να γυρίζω να κοιτώ τα λουλούδια και να αγναντεύω το γαλάζιο, να περπατώ περισσότερο, να ξοδεύω λιγότερο και να ταξιδεύω. Στον κόσμο τούτο που μας χαρίζει ό, τι έχει και δεν έχει εγώ μπορώ και θα κάνω τη διαφορά, εσύ μπορείς;

Thursday, March 1, 2012

Και η άνοιξη κοντεύει..


Η σιωπή ‘βαραίνει’ το κρύο κρεβάτι. Η απουσία σου το μυαλό μου. Και όλα ξεκινούν και τελειώνουν μαζί σου. Δε μιλάω πια, δεν ξέρω γιατί. Κουράστηκα να με κουράζω. Κουράστηκα να σκέφτομαι και να ζητώ. Μόνο εσένα δεν μπορώ να σταματήσω να αποζητώ. Γιατί εσύ μου έφερες πνοή και με ξύπνησες από το λήθαργό μου.

Και τώρα παραμιλώ, σα να είμαι μεθυσμένη. Μεθυσμένη από αγάπη όμως, όχι από οινοπνεύματα. Και παραπατώ στις διαδρομές της ανούσιας ζωής μου, που τόσο απρόσμενα της έδωσες χρώμα και σκοπό. Και περνούν οι μέρες αδιάφορα και μελαγχολικά, σαν τις νιφάδες του χιονιού που πέφτουν αργά μία γκρίζα ημέρα. Ίσως τελικά να φταίει και ο χειμώνας για το πώς νιώθω. Λίγο ο γκρίζος ουρανός, λίγο το κρύο, ‘μαζεύει’ η ψυχή και το σώμα. Λες και προσπαθεί να αποφύγει το αναπόφευκτο. Η ‘άνοιξη’ όμως κοντεύει, όπως και η μεταμόρφωσή μου.

Ξεκινάμε;
Έτσι και εγώ περιμένω την άνοιξη να με ταξιδέψει και να με μεταφορτώσει από τον άνθρωπο που ήμουν, στον άνθρωπο που είμαι πραγματικά. Να αφήσω πίσω μου τα περίσσια ‘στρώματα’ που με βάραιναν μέχρι τώρα, ανθρώπους, συναισθήματα, σκέψεις. Να αναγεννηθώ και να χωθώ στην αγκαλιά σου. Εκεί που κανείς δε με αγγίζει, κανείς δε με πληγώνει και κανείς δε με ενοχλεί. Εγώ και εσύ μαζί. Να φτιάξουμε έναν κόσμο όμορφο και μαγικό μόνο  για εμάς. Και πάλι με πιάνουν οι ρομαντισμοί μου και τα γλυκανάλατά μου. Αλλά δεν πειράζει λέω στον εαυτό μου. Αρκεί που μπορώ να αισθάνομαι ακόμη. Αρκεί να μην ξεθωριάσω, να μη χαθώ. Στη δίνη του κόσμου τούτου, τα μόνα φάρμακα είναι η αγάπη και το γέλιο. Έτσι και εγώ θα γελώ και θα αγαπώ, μέχρι η καρδιά μου να ‘εκραγεί’.