Saturday, October 30, 2010

Xαρακτηριστικά της πόλης του Συδνευ


Ø  Οι άνθρωποι φορούν τα μαγιό τους και κάνουν ηλιοθεραπεία στα πάρκα.
Ø  Τα ασυνήθιστα ζωάκια ονόματι possum, είναι ικανά να σε κατουρήσουν όταν είναι σκαρφαλωμένα στα δέντρα.
Ø  Σε κάθε γωνιά της πόλης του Σύδνεϋ μπορείς να βρεις εγκαταλελειμμένα καροτσάκια σούπερ μάρκετ σε όλες τις στάσεις.
Ø  Οι Αβοριγίνοι (όσοι έχουν μείνει), αντί να κυβερνούν τη χώρα αυτή ζητιανεύουν στους δρόμους της.
Ø  Οι κοπέλες φορούν ΜΟΝΟ ψηλοκάβαλα παντελόνια και αρβύλες.
Ø  Αν είσαι κοπέλα και καπνίζεις στο δρόμο, όλοι σε κοιτούν με μισό μάτι.
Ø  Μια μπύρα στοιχίζει 6$ (4 και κάτι ευρώ), ενώ το εισιτήριο του λεωφορείου 8$.
Ø  Όταν κυκλοφορείς τη νύχτα (πριν τα μεσάνυχτα) και είσαι γένους αρσενικού, μπορεί να φας μπουνιά από το πουθενά, αφού όλοι οι μεθυσμένοι έχουν αυξημένη επιθετικότητα (μέχρι αηδίας).
Ø  Ο κόσμος όταν κατεβαίνει από το λεωφορείο λέει «thank you» στον οδηγό.
Ø  Ένα πακέτο τσιγάρα στοιχίζει πάνω από 13$ και ο καπνός έως και 35$ (άτιμη κοινωνία).
Ø  Υπάρχουν άνθρωποι που περπατούν ξυπόλυτοι στους δρόμους(δεν αστειεύομαι).
Ø  Η στολή που φορούν οι αστυνομικοί στο Σύδνεϋ είναι πανομοιότυπη με αυτή της ελληνικής αστυνομίας - τρομακτικότατον.
Ø  Για να καταλάβεις έναν Ασιάτη όταν μιλάει αγγλικά, θες διερμηνέα (χωρίς παρεξήγηση).
Ø  Μερικοί άνθρωποι όταν περπατούν στο δρόμο ταυτόχρονα διαβάζουν και βιβλίο χωρίς να χάνουν τον προσανατολισμό τους – δεν έχω καταλάβει ακόμη πως το κάνουν.
Ø  Οι οδηγοί σταματούν στις διαβάσεις από χιλιόμετρο.
Ø  Οι ποδηλάτες φορούν κράνος – πάντα.
Ø  Δεν υπάρχει άνθρωπος σε αυτήν την πόλη που να μην έχει iphone και το κατάστημα της Apple πάντα γεμάτο.
Ø  Μια συναυλία στο Σύδνεϋ (ακόμη και για τη Θώδη) στοιχίζει πάνω από 80$.
Ø  Οι φοιτητές (στο UTS) έχουν από 3 δουλειές (τουλάχιστον) ο καθένας.
Ø  Δεν υπάρχει ούτε για δείγμα αδέσποτος σκύλος – μόνο possum.
Ø  Τα νυχτερινά μαγαζιά – club, pub, bar – κλείνουν στις 12 τα μεσάνυχτα (και όλοι είναι ήδη μεθυσμένοι).
Ø  Δεν υπάρχει Αυστραλέζικο παραδοσιακό φαγητό. Μόνο Ασιατικά όλων των ειδών – ταϊλανδέζο, κινέζικο, γιαπωνέζικο, βιετναμέζικο.
Ø  Υπάρχει ένα μαγαζί – σήμα κατατεθέν της πόλης – ονόματι MAX BRENNER, το οποίο είναι ο παράδεισος της σοκολάτας.
Ø  Τα φανάρια για τους περαστικούς όταν ανάβουν βγάζουν έναν ιδιαίτερο και αστείο ήχο (για τους τυφλούς).
Ø  Οι καθηγητές στο πανεπιστήμιο σε γλείφουν, όχι εσύ αυτούς. Και σε παρακαλούν να σε βοηθήσουν.
Ø  Στη σχολή δημοσιογραφίας δεν έχουν ποτέ περίοδο εξεταστικής – που σημαίνει μαθήματα δημοσιογραφικά και όχι παπαριές (βλ. Παπανικολάου).
Ø  Στα τοπικά παζάρια μπορείς να βρεις τα καλύτερα ρούχα, παπούτσια και αξεσουάρ – και όχι κάλτσες για τον πατέρα και τη γιαγιά.
Ø  Υπάρχουν καταστήματα ρούχων με μεταχειρισμένα ρούχα, παπούτσια και αξεσουάρ (έως και 10 ετών) τα οποία αγγίζουν τις τιμές των Dior, Chanel κλπ. – θεωρούνται πολύ “in” παρόλο που βρωμάνε.
Ø  Οι Νεοζηλανδοί για τους Αυστραλούς, είναι ότι για εμάς οι Πόντιοι και οι ξανθές μαζί.
Ø  Δεν υπάρχουν μάρκες όπως Zara, Pull & Bear, Bershka, H & M κλπ. Ούτε Accessorize ούτε Body Shop.
Ø  Τα McDonalds τρώγονται και είναι και νόστιμα.
Ø  Ο φραπές (frappe) είναι στην ουσία milkshake φρούτων – Η απογοήτευση.
Ø  Η λέξη “moist” είναι απαγορευμένη.
Ø  Η πιο κοντινή μεγάλη πόλη στο Σύδνεϋ είναι δύο ώρες, με το αεροπλάνο.
Ø  Τα καγκουρό στην Αυστραλία είναι όπως τα αδέσποτα στην Ελλάδα, παντού. ΠΑΡΑΔΕΙΓΜΑ: στους επαρχιακούς δρόμους της Ελλάδας υπάρχουν πινακίδες προσοχής για αγελάδες, κατσίκες κλπ. εδώ έχουν με καγκουρό.
Ø  Στους δρόμους του Σύδνεϋ υπάρχουν αμέτρητα αποτσίγαρα.
Ø  Κάθε σπίτι έχει το δικό του κάδο ανακύκλωσης.
Ø  Η πλειοψηφία των Αυστραλών δεν ξέρουν την Κύπρο – αίσχος.
Ø  Οι άνθρωποι – κυρίως οι φοιτητές - γλεντούν μέχρι πρωίας μόνο τις Τετάρτες – ακόμη δεν κατάλαβα γιατί.
Ø  Η δεκαετία του 90 – όσον αφορά τις στιλιστικές επιλογές των νέων – ζωντανεύει στους δρόμους της πόλης.



Tuesday, October 19, 2010

More than savage thoughts

Δε σκέφτεσαι. Δε σκέφτεσαι. Δεν υπάρχεις. Δε ζεις. Έχεις χαθεί ανάμεσα στις ξεχασμένες αναμνήσεις του παρελθόντος και οι σκέψεις για το μέλλον είναι μακρινές και σχεδόν απραγματοποίητες στα μάτια σου… δεν ονειρεύεσαι, δε ζεις. Γιατί; Δεν ξέρεις την απάντηση, ποτέ δεν την έμαθες. Είναι κάτι που δυστυχώς δεν ελέγχεται, κάτι που δε διορθώνεται ό, τι και να κάνεις, κάτι που θα μείνει για πάντα μέχρι να το σκοτώσεις ή να σε σκοτώσει.

Πέφτεις, πέφτεις σε λήθαργο και δεν ξυπνάς. Δεν μπορείς. Ό, τι και να κάνεις δεν έχει σημασία, έχεις χάσει το νόημα σου, έχεις χάσει την «μπάλα», τον εαυτό σου. Όλα σου φαίνονται αδιάφορα, χωρίς νόημα. Όταν οι άλλοι σου μιλούν εσύ ακούς απλά θόρυβο, όχι λόγια. Όταν οι άλλοι σου γελούν πιέζεις τον εαυτό σου να ανταποδώσεις το χαμόγελο, να μη δείξεις αγενής, ντροπή! Να μη δείξεις ότι απλά βουλιάζεις. Βουλιάζεις σε μία άβυσσο που εσύ έφτιαξες για τον εαυτό σου, για να νιώθεις ασφάλεια. Σε μια άβυσσο γεμάτη σαπίλα και μαυρίλα, γεμάτη αδιαφορία και κενό. Γεμάτη θάνατο.

Είναι εσύ, ο εαυτός που παλεύει ξανά να σε ρίξει, να σε μειώσει, να σε σκοτώσει. Δεν αντέχεις να τον παλεύεις, είναι πολύ δυνατός, απλά αφήνεσαι, και όταν αφήνεσαι απλά σε ρουφάει, εσένα και ό, τι έχει απομείνει από εσένα. Όλα τα κομμάτια που κατάφερες να χτίσεις εις ένα και μοναδικό δημιούργημα, το νέο σου εαυτό, όλα γκρεμίζονται, λιώνουν, σαπίζουν, πεθαίνουν. Όλα.

Και τώρα τι; Δεν θα ξαναπροσπαθήσεις; Δεν ξέρεις. Αφήνεσαι, αφήνεσαι, βουλιάζεις. Ίσως αύριο να είναι μια καινούργια μέρα, με νέο μυαλό και ζωή. Ίσως, ίσως, ίσως. Καληνύχτα εαυτέ μου, ονειρέψου. Ονειρέψου ότι όλα αυτά είναι ένα κακό όνειρο και όταν θα ξυπνήσεις όλα θα έχουν ξεχαστεί, κοιμήσου. Κοιμήσου στην αγκαλιά του Ορφέα, στη μελωδία της άρπας του που σε ταξιδεύει με τη μορφή του μαγικού Chopin. Απλά κοιμήσου. Καληνύχτα εαυτέ μου. Καληνύχτα.  

Tuesday, October 5, 2010

Behold THE Truth

Πάντα χρειάζεσαι χρόνο για τον εαυτό σου, χρόνο να σκεφτείς, να ηρεμήσεις. Να δεις πού βρίσκεσαι, τι έχεις καταφέρει έως τώρα και τι σχεδιάζεις να καταφέρεις. Κοιτάς πίσω, όσα άφησες για να ακολουθήσεις τα όνειρά σου, για όλα όσα είπες «μπορούν να περιμένουν». Ναι μπορούν να περιμένουν, αλλά εσύ δε θα είσαι ποτέ η ίδια, έχεις ήδη αλλάξει, έχεις ήδη μεταμορφωθεί στον καινούργιο σου εαυτό, και όταν γυρίσεις τίποτα δεν θα είναι το ίδιο για εσένα. Και τότε θα πρέπει να σκεφτείς το μέλλον. Το μέλλον που τόσο σε φοβίζει αλλά ταυτόχρονα σε εξιτάρει, τόσο δυνατά που δεν μπορείς να αναπνεύσεις, γιατί τώρα ξέρεις για τι είσαι ικανή. Είσαι ικανή για τα πάντα, μπορείς να ταξιδέψεις σε όλο τον κόσμο, ακόμη και αν είσαι μόνη σου, ποτέ δεν σε τρόμαξε η μοναξιά, ίσα ίσα την αγαπάς.

Τώρα είσαι σε μια παραλία σκεπτόμενη όλα αυτά, διαβάζεις το βιβλίο σου που μιλά για ελπίδα και για πίστη. Σταματάς λίγο και φωτογραφίζεις δύο παιδιά που τρέχουν στην παραλία με τη σανίδα τους, το ένα τραβάει το άλλο, τόσο χαρούμενα που δεν μπορείς παρά να χαμογελάσεις και εσύ. Γυρνάς πίσω στην πέτρα που διάλεξες σήμερα να γίνει η φίλη σου, ξαναρχίζεις το διάβασμα, αλλά σταματάς. Νιώθεις τα μάτια σου να καίνε, η ανάσα σου γίνεται πιο γρήγορη, οι σφυγμοί σου ταχύτεροι και καυτά δάκρυα κυλούν στο πρόσωπό σου. Κλαις και δε σε νοιάζει που άνθρωποι γύρω σου σε κοιτούν απορημένοι, κλαις – όχι γιατί είσαι μόνη σου – αλλά γιατί νιώθεις ευγνώμων. Ευγνώμων προς το Θεό που σου έδωσε αυτήν την ευκαιρία να ζήσεις πράγματα που άλλοι δεν μπορούν καν να ονειρευτούν. Ευγνώμων που ξέρεις ότι υπάρχουν άνθρωποι που σε σκέφτονται μέρα νύχτα, που αγωνιούν για σένα, που σε αγαπούν.


Και κλαις, σα μικρό παιδί γιατί ναι αυτό είναι ευτυχία, να ξέρεις ότι κάπου σε αυτόν τον κόσμο υπάρχει η μητέρα σου, ο πατέρας σου, τα αδέρφια σου, η οικογένειά σου, οι πολυλατρεμένοι φίλοι σου, που ξέρεις ότι ό, τι και να κάνεις θα σε αγαπούν μέχρι το τέλος. Γιατί η φιλία δεν μετριέται με λόγια, αλλά με αληθινές πράξεις. Και νιώθεις τέτοια χαρά γιατί ξέρεις ότι έχεις τέτοιους ανθρώπους, από το λύκειο, από το πανεπιστήμιο, από τα φοιτητικά σου χρόνια που τόσο λάτρεψες, τόσο γέλασες και έκλαψες. Και είναι από τις ελάχιστες φορές που κλαις από χαρά, και αντιλαμβάνεσαι ότι το μέγα λάθος που πάντα έκανες είναι να θες παραπάνω, παραπάνω αγάπη, προσοχή, φιλία, έρωτα.


Και όμως δε χρειάζεσαι τίποτα από όλα αυτά, τα έχεις ήδη όλα. Ίσως όχι τον έρωτα αλλά δεν έχει σημασία, δε σε νοιάζει για αυτό, όχι πια, γιατί είναι το τελευταίο που σκέφτεσαι. Ο έρωτας ποτέ δεν σε δέχτηκε και εσύ ποτέ δεν τον παρακάλεσες. Δίκαιο. Υπάρχει όμως ένα πράγμα για το οποίο τον παραδέχεσαι και τον λατρεύεις. Το πόσο χαρούμενους κάνει ανθρώπους που αξίζουν να είναι ερωτευμένοι και αυτό το κατάλαβες τις τελευταίες μέρες, πως μερικοί άνθρωποι είναι γεννημένοι ο ένας για τον άλλον. Δε ζηλεύεις, κάποτε το είχες και αυτό, και ίσως κάπου υπάρχει και για εσένα το άλλο σου μισό. Απλά χαίρεσαι, νιώθεις ανείπωτη χαρά όταν βλέπεις τους άλλους να είναι και αυτοί τόσο χαρούμενοι. Όχι δεν είσαι αγία, απλά κάνεις τα πάντα για να είναι οι γύρω σου χαρούμενοι γιατί ξέρεις ότι μόνο έτσι είσαι και εσύ ευτυχισμένη.


Και ναι αντιλαμβάνεσαι για κάποιους ανθρώπους πόσο αξίζουν μόνο όταν τους «χάσεις». Και κλαις, κλαις και κοιτάς ψηλά στον ουρανό λέγοντας, δεν μπορεί να νιώθω τόση χαρά, όχι εγώ. Και όμως. Πάντα ένιωθες ότι δεν την άξιζες, γιατί; Πάντα είχες αυτούς τους ανθρώπους δίπλα σου και δεν το αναγνώριζες, και έκανες τόσα λάθη πληγώνοντάς τους, μαζί και εσένα. Πόσο πικρά μετανιώνεις για αυτό, πόσο εγωίστρια ήσουν. Πάει όμως πέρασε, ήταν δίπλα σου στις δύσκολες στιγμές, εκεί σα φύλακες άγγελοι να σου θυμίζουν ότι θα είναι για σένα, δίπλα σου οποτεδήποτε, όπως και εσύ για αυτούς. Πολλές φορές σκέφτεσαι τι θα έκανες χωρίς αυτούς και τι θα κάνεις αν ποτέ τους χάσεις, ίσως είναι το χειρότερο συναίσθημα που υπάρχει.


Σηκώνεσαι και αποφασίσεις να περπατήσεις. Παίρνεις το μονοπάτι του Εθνικού Πάρκου χωρίς καμία σκέψη και με τη φωτογραφική στα χέρια είσαι έτοιμη για μία ακόμη περιπέτεια. Περπατάς και απολαμβάνεις τη φύση, πόσο υπέροχα διαφορετική είναι αυτή η χώρα! Απίστευτα όμορφη αλλά νιώθεις μια μικρή μελαγχολία γιατί θα ήθελες, να όλα αυτά να μπορούσες να τα δείξεις σε όλους έτσι όπως τα βλέπεις εσύ τώρα! Ναι έχεις τη φωτογραφική σου αλλά καμία φωτογραφία δε μπορεί να αποτυπώσει την ομορφιά της φύσης όπως το κάνουν τα ανθρώπινα μάτια. Και ξαφνικά αντιλαμβάνεσαι ότι η φύση αποφασίζει να σου δείξει τη δύναμη της. Σα να σου λέει «θαύμασε το πόσο μικρή και ανήμπορη είσαι όταν δεν έχεις τα ανθρώπινα κατασκευάσματα να σε προστατεύουν από την οργή μου» (βλ. στέγαση, ομπρέλα, παλτό κλπ.), ίσως ήταν από τις πιο δυνατές βροχές που έζησες ποτέ. Μέσα στο απότομο μονοπάτι, μόλις που άρχιζε να σκοτεινιάζει και εσύ το μόνο που μπορούσες να κάνεις ήταν απλά να συνεχίζεις να περπατάς. Ήταν απλά υπέροχο. Η βροχή σε είχε κάνει τόσο μούσκεμα που δε σε ένοιαζε, τα πόδια σου είχαν πρηστεί από το περπάτημα και το δύσβατο έδαφος και εσύ απλά γελούσες. Ένιωθες τη φύση μέσα στα σωθικά σου και όσο και αν το κορμί σου δεν το άντεχε, η ψυχή σου απλά το καταχαιρόταν! Τώρα είμαι πλέον σίγουρη ότι η δύναμη της ψυχής είναι μεγαλύτερη από οποιαδήποτε αδυναμία του σώματος.  



Εκείνη η μέρα ίσως ήταν από τις πιο όμορφες της ζωής σου, ήρθες αντιμέτωπη με τη δική σου πραγματικότητα, αντιλήφθηκες τι είναι σημαντικό στη ζωή σου, τι λάθη έκανες και στο τέλος ήρθε η βροχή να ξεπλύνει το σώμα σου και την ψυχή σου από ότι κακό έκανες ποτέ, σαν εξαγνισμός. Εξαγνισμός του έξω αλλά και του έσω σου. Σαν να ξαναγεννήθηκες, ένιωσες τη ψυχή σου  να αιωρείται για μια στιγμή και μετά απλά επέστρεψε μέσα σου καινούργια, ξεπλυμένη από όλες σου τις αμαρτίες, λες και ο Θεός εκείνη τη στιγμή να συνωμότησε με τη φύση για σένα. Ίσως και ναι να το έκανε. Δεν έχει σημασία γιατί εσύ το πιστεύεις και αυτό σου δίνει ελπίδα, ελπίδα ότι ό, τι και να ζήσεις ποτέ, όσο μακριά και να είσαι, δε θα είσαι ποτέ μόνη σου, γιατί έχεις όλα όσα χρειάζεσαι, την υγεία σου, ανθρώπους να σ’ αγαπούν και έναν Θεό που κάθε φορά θα σε εξαγνίζει από όλες σου τις αμαρτίες.

Sunday, September 26, 2010

Μπαντ Χάμπιτς

Τι κάνουν οι άνθρωποι την Κυριακή στην Ελλάδα; Οι μισοί κοιμούνται, γιατί ξενύχτησαν την προηγούμενη και οι άλλοι μισοί πάνε βόλτα ή για καφέ. Στην Αυστραλία ο κόσμος γεμίζει τους δρόμους, πάει για ψώνια – ναι είναι ανοιχτά τα μαγαζιά, ο κόσμος δουλεύει εδώ τις Κυριακές -  και η πλειοψηφία απολαμβάνει μία βόλτα στο Darling Harbor με θέα την Όπερα, επισκέπτεται τα πραγματικά άπειρα πάρκα, χαλαρώνει ή απλά κάνει jogging επάνω στη γέφυρα (Harbor Bridge).

Στην πατρίδα πού λόγος για τρέξιμο; Όλοι σε κοιτούν στο δρόμο λες και είσαι καθυστερημένο. Εδώ είναι μία απολύτως φυσιολογική καθημερινή ασχολία των ανθρώπων, και με αυτόν τον τρόπο διατηρούν και τη σιλουέτα τους σε φυσιολογικά επίπεδα. Ευτυχώς για εμάς υπάρχει και ένα ποδόσφαιρο βρε αδερφέ και κάτι κάνουμε! Κατά τ’ άλλα είμαστε καφές, τσιγάρο και φαί. Δεν παραπονιέμαι, προς Θεού, και εγώ έτσι είμαι, αλλά εάν δεν κάνεις ένα βήμα παρά έξω να δεις πώς ζουν και οι άλλοι πολιτισμοί, θα νομίζεις μια ζωή πως εσύ κάνεις το σωστό. Δε λέω ότι οι Αυστραλοί είναι σωστοί σε όλα και ούτε να πηγαίνουμε στα πάρκα (αν υπήρχαν) κάθε Κυριακή και να περπατάμε, παρά να καθόμαστε και να ξημεροβραδιαζόμαστε στις καφετέριες, απλά επισημαίνω μέσα από την καθημερινή μου τριβή με αυτή τη χώρα κάποιες κακές μας συνήθειες.

Και ναι εδώ η τιμή ενός πακέτου με τσιγάρα έχει φτάσει στα ύψη το τελευταίο εξάμηνο, σχεδόν διπλασιάστηκε. Ναι μεν με δυσαρέστησε η κατάσταση αυτή ως καπνίστρια, αλλά ίσως είναι ώρα για αλλαγές. Εδώ δεν έχει ατάκες του στυλ «αχ, θέλω να καπνίσω ένα τσιγάρο μέσα στην καφετέρια! Τί πράγματα είναι αυτά;» και «εγώ δεν πρόκειται να κόψω το κάπνισμα επειδή θα απαγορευτεί, οι Έλληνες δε θα το δεχτούν αυτό». Θα το δεχτούν και θα το παραδεχτούν μάλιστα. Πλέον δεν μπορούμε να κάνουμε ό, τι θέλουμε, πρέπει να σεβόμαστε και τις επιθυμίες των άλλων. Ναι στην Ελλάδα οι καπνιστές είναι αρκετοί, αλλά και αυτοί που δεν καπνίζουν τι φταίνε; (πού’ σαι μάνα;) Δύσκολα κάτι τέτοιο να το έλεγα πριν δύο μήνες, και να που όλα και όλοι αλλάζουν σε αυτή τη ζωή! Γι’ αυτό λοιπόν κόψτε το κάπνισμα πριν είναι πολύ αργά! Εγώ προσπαθώ πάντως. 

Wednesday, September 22, 2010

Manley Beach

Τι ωραία Κυριακή η προηγούμενη… η καλή μέρα τελικά από το πρωί φαίνεται όπως λέει και ο σοφός λαός. Τα σχέδιά μου ήταν τα εξής: να ζήσω και εγώ λίγο τη χαρά της θάλασσας και του καλοκαιριού, που τόσο απότομα εγκατέλειψα τον περασμένο Ιούλιο. Και τι καλύτερο από το να επισκεφτείς μία παραλία; Αυτό λοιπόν κάναμε και εμείς την προηγούμενη Κυριακή με τις φίλτατες κυρίες Saira, Gaia και Χριστίνα.

Αφού λοιπόν προλάβαμε στο τσαφ το φέρυ που θα μας ταξίδευε στην απέναντι όχθη, ονόματι Manley Beach και αφού βγάλαμε άπειρες φωτογραφίες η μία την άλλη, φτάσαμε στον πολυπόθητο προορισμό μας.

Η πρώτη εντύπωση: απερίγραπτη. Η αλήθεια είναι ότι το συγκεκριμένο μέρος είναι ιδιαιτέρως τουριστικό και παντού υπήρχε κόσμος – όχι μόνο τουρίστες όπως εμείς – αλλά και ντόπιοι. Παρόλα αυτά σε έκανε να νιώθεις ότι βρίσκεσαι στην καρδιά του καλοκαιριού. Η αίσθηση που μου προκάλεσε αυτό το μέρος ήταν λίγο πολύ σαν την πολυαγαπημένη  Χαλκιδική. Η παραλία στο τέλος του δρόμου με τα άπειρα μαγαζιά – μαγιώ και τουριστικά φυσικά -  και τα πανέμορφα, μαγαζιά με φαγητό, καφέ και ποτό για τους πιο τολμηρούς.

Όσο για την παραλία; Το τοπίο απλά μαγευτικό. Βέβαια δύσκολα κολυμπάς σε τέτοια νερά, καθώς μόνο επαγγελματίες σέρφερς τα καταφέρνουν! Ο λόγος; Τα δίμετρα κύματα και το απερίγραπτο κρύο! Παρόλα αυτά ήταν απολαυστική εμπειρία… να νιώθεις την άμμο μέσα στα δάχτυλα των ποδιών σου και ο ήλιος σαν κολλητός σου να σε χαϊδεύει από ψηλά με τις ζεστές του ηλιαχτίδες σαν χάδια φιλικά. Ηρεμία και γαλήνη. Ό, τι ακριβώς χρειάζεσαι για να τελειώσει μία εβδομάδα γεμάτη στρες και κούραση.

Έτσι πέρασε λοιπόν μία  φθινοπωρινή Κυριακή σαν όλες τις άλλες… με λίγο ηλιοβασίλεμα, καλή παρέα, ζεστό φαγητό και δροσερό αεράκι σε μία παραλία όχι τόσο κοινή για τα μέρη μας, αλλά τόσο μαγευτική και όμορφη ακόμη και για τα δεδομένα της Αυστραλίας. Τώρα αναμονή για τις παραδεισένιες παραλίες με τα καταγάλανα νερά και τη χρυσή άμμο στα τέλη του Σεπτέμβρη, όταν δηλαδή εσείς ακόμη θα γράφετε (μπουχαχα!!!) Να δω τότε τις φάτσες σας όταν θα ανεβάζω φωτογραφίες με παραλίες, μαγιώ και θεούς σέρφερ! Όπως υπέφερα και εγώ τον Ιούλιο εδώ στα κρύα! Θα πάρω το αίμα μου πίσω!! Σας φιλώ. 

Vicky Griva Photography ©

Friday, September 10, 2010

Savage thoughts

Οι μέρες περνάνε, οι ώρες περνάνε. Στιγμές χάνονται και γίνονται στάχτη μέσα στη φωτιά του χρόνου και εσύ εδώ προσπαθείς να βρεις τα χαμένα κομμάτια του εαυτού σου που έχασες σε μια πορεία στρωμένη μόνο από στάχτη και καρφιά. Καρφιά που μπήγονται στα πόδια σου τόσο βαθιά και σε ματώνουν, εσύ όμως δε νιώθεις πόνο πια. Δε νιώθεις το αίμα να κυλάει στο δέρμα σου. Νιώθεις μόνο να μυρμηγκιάζεις σε όλη σου την ύπαρξη, γιατί αντιλαμβάνεσαι ότι όσα πέρασες σε στοιχειώνουν ακόμη, δε σε αφήνουν ήσυχη, είναι εκεί σα φαντάσματα του παρελθόντος, σκέψεις σκοτεινές, σκέψεις τρελές, τύψεις.

Νομίζεις ότι όλα μπορείς να τα ξεπεράσεις, ναι είναι αλήθεια. Ο χρόνος όλα τα γιατρεύει, όχι όμως αυτό. Κάθε μέρα, όλη μέρα, δευτερόλεπτο στο δευτερόλεπτο ξεπροβάλλει εκεί δίπλα σου, σα σκιά και σου υπενθυμίζει ότι θα είναι εκεί για πάντα. Στα σκοτεινά μονοπάτια του μυαλού σου να μαυρίζει τα όνειρά σου και να τρυπάει τις φλέβες σου, δηλητηριάζοντας ότι ωραίο έχεις κατακτήσει έως τώρα. Δεν είναι άλλος, δεν είναι ξένος, είναι ο εαυτός σου, αυτός ο εαυτός που εσύ επέτρεψες να δημιουργηθεί και να καλλιεργηθεί μέσα στην ψυχή σου. Τι τρομακτικό που είναι αυτό! Να φοβάσαι τον ίδιο σου τον εαυτό, τα όνειρα σου… γιατί; Γιατί ξέρεις ότι όσο χαρούμενη και να είσαι, στο υποσυνείδητο σου έχουν χαραχτεί τόσο άσχημες αναμνήσεις, τις οποίες εσύ έχεις ξεχάσει, αλλά σε επισκέπτονται στα όνειρα σου σα δαιμονισμένοι άγγελοι και σου υπενθυμίζουν ότι όσο και αν προσπαθείς να κρατηθείς στο φως, τόσο θα κατρακυλάς πίσω στο σκοτάδι. Το σκοτάδι που εσύ επέλεξες, για να μην πληγώνεσαι από τους άλλους, να πληγώνεις η ίδια τον εαυτό σου.

Τι να πεις και τι να καταλάβεις. Παλεύεις ακόμη με τα δαιμόνια σου, που σαν Ερινύες σου κατατρώνε τα σωθικά, ό, τι έχει μείνει τουλάχιστον, ό, τι κατάφερε να επιζήσει. Εσύ όμως είσαι εδώ, δεν τα παρατάς, δεν το βάζεις κάτω. Το ξεπέρασες μια, δυο, τρεις, την τέταρτη ήσουν στην άκρη του γκρεμού και πάλι όμως βγήκες ζωντανή, και τώρα παλεύεις ακόμη. Νόμιζες θα τελείωνε όλο αυτό, νόμιζες ότι τα κατάφερες. Πόσο οικτρά πλανάσαι τελικά; Οι πληγές σου είναι ακόμη εδώ, σου υπενθυμίζουν κάθε ώρα και στιγμή το αίμα που πηχτό και μαύρο έτρεχε και εσύ σαν παιδάκι νόμιζες ότι είναι ψεύτικο. Δεν είσαι μικρή όμως, δεν είσαι παιδάκι. Τα παιδάκια δεν παίζουν με τους διαβόλους, δεν τους προκαλούν, δεν φτάνουν στο χείλος του γκρεμού με θέα την κόλαση. Μένουν στο φως. Έτσι έπρεπε να είχες κάνει και εσύ, αλλά δεν είχες κάποιον να σου δείξει το δρόμο. Και γοητευόσουν τόσο πολύ από την άγρια ομορφιά του θανάτου που δεν μπορούσες να αντισταθείς.

Το αποτέλεσμα; Κανένα. Απλά κάθε μέρα προσπαθείς να μη σαπίσεις, να μην λιώσεις κάτω από το μαύρο ήλιο της ύπαρξής σου. Και έως τώρα μια χαρά τα πας. Ο φόβος όμως όλα αυτά να τα ξαναζήσεις δε θα φύγει ποτέ. Till the end of all things. 

Monday, September 6, 2010

Once upon a love

Καθώς ταξίδευα στη μελωδία ενός πολυαγαπημένου τραγουδιού, αναρωτήθηκα… πώς αφήνεις μία σχέση, έναν άνθρωπο πίσω; Τι κάνεις για να τον ξεπεράσεις; Όταν νιώθεις τόσα πολλά, όταν τον κοιτάς μέσα στα μάτια και η ψυχή σου κελαηδά ψιθυριστά, πώς μπορείς να ξεχάσεις αυτό το συναίσθημα; Όταν κλαις μέσα στη νύχτα, όχι γιατί σε πλήγωσε, αλλά γιατί νιώθεις τόσο τυχερή που έζησες όλα αυτά και που υπάρχει –ή έστω υπήρχε - κάποιος, κάπου σε αυτόν τον κόσμο που σε αγαπάει όσο εσύ και σε σκέφτεται τα βράδια ξαγρυπνώντας, πού βρίσκεις τη δύναμη να τα αφήσεις όλα αυτά πίσω;

Η καρδιά σου ουρλιάζει γιατί μέσα στην τύχη σου είσαι άτυχη, επειδή δεν μπορείς να τον έχεις δίπλα σου και καταλαβαίνεις ότι τα συναισθήματά σας χάνονται μέσα στη φθορά του χρόνου, μέσα στα άπειρα χιλιόμετρα που σας χωρίζουν. Δεν μπορείς να το αλλάξεις, το επέλεξες, το αποδέχτηκε. Και τώρα τι; Γνωρίζεις καινούργιους ανθρώπους και μέσα σε αυτούς βλέπεις το πρόσωπό του, τα μάτια του, το χαμόγελό του και χάνεσαι. Όπου και αν πας, ακόμη και οι μικρές λεπτομέρειες σου θυμίζουν αυτόν και ό, τι ζήσατε μαζί. Γιατί το μυαλό δεν μπορεί να ξεχάσει, η ψυχή δεν μπορεί να αφήσει πίσω αυτό που την έκανε να τραγουδήσει μελωδίες ανείπωτες, νότες ονειρικές, μυρωδιές και εικόνες που την έκαναν να αγαλλιάσει και να κλαίει από χαρά.

Δύσκολο πράγμα να ξεχάσεις κάτι που τελικά με την πάροδο του χρόνου αντιλαμβάνεσαι ότι σε χάραξε βαθιά, σε πλήγωσε άπειρα, αλλά η τόση χαρά και ευτυχία που σε έκανε να νιώσεις δε συγκρίνεται με τα δάκρυα που έχυσες. Ναι άξιζε λες στον εαυτό σου, ναι θα το έκανες ξανά, ναι δεν θέλεις να ξεχάσεις. Δεν μπορείς όμως να το ξεπεράσεις, να προχωρήσεις. Τι κάνεις; Κοιτάς μπροστά. Πρέπει να το αφήσεις πίσω, να κρατήσεις μόνο ό, τι καλό έζησες, σαν φωτογραφίες φτιαγμένες από χρυσό, κορνιζαρισμένες στους τοίχους της κενής σου καρδιάς, φωτογραφίες στιγμών ανεκτίμητης αξίας, που μοιάζουν τόσο μακρινές και παλιές… Ξέρεις ότι η λάμψη του χρυσού σε αυτές μπορεί να χαθεί, να ξεθωριάσει, αλλά πάντα όταν θα τις κοιτάς θα λάμπουν για σένα, θα είναι ο δικός σου πολύτιμος μικρός θησαυρός.

Και μπορεί μια μέρα να ξαναβρεθείτε, να θυμηθείτε τα παλιά, να τα πείτε σαν δυο χαμένοι εραστές, ξεχασμένοι μέσα στο χρόνο, σκουριασμένοι από τη φθορά του και ίσως, ίσως να ξαναζήσετε ό, τι σας ένωσε, ό, τι σας πλήγωσε, σε έναν κόσμο όλο δικό σας, οι δυο σας. Ίσως να ξαναβρείτε τη χαμένη αγάπη και την ευτυχία που μόλις ακουμπήσατε, αλλά δεν προλάβατε να γευτείτε. Ίσως, ίσως…


Μα τώρα εσύ είσαι εδώ, αυτός εκεί. Οι ελπίδες σου σε συνοδεύουν κάθε βράδυ στα όνειρά σου σαν καράβι σε ταξίδι μακρινό, μέσα στο άγριο πέλαγος, το μυαλό σου. Και εσύ μοναχικός καπετάνιος προσπαθήσεις να βρεις το δρόμο σου μέσα στην νύχτα, αναπολώντας με δάκρυα να τρέχουν στα μάτια σου τις χαμένες στιγμές. Μα ξάφνου νιώθεις τη θέρμη μιας ηλιαχτίδας να σε κατακλύζει, ναι ξημερώνει και εσύ ξυπνάς σε ένα κρύο κρεβάτι, μόνη, μα η αίσθηση του ζεστού ήλιου βρίσκεται ακόμη στο μυαλό σου και συνεχίζεις σκεπτόμενη ότι πάντα το καινούργιο νησί στο οποίο θα σταματήσει το ονειρικό καράβι των ελπίδων σου, θα είναι πάντα το πιο ωραίο.