Friday, January 4, 2013

Περπατώντας μες στο κρύο



Αιώνιος επισκέπτης, ανείπωτος θυμός. Χίλιες φορές νεκρό σώμα, παρά νεκρή ψυχή. Και έτσι κυλούν οι μέρες, με τις νύχτες να γελούν μονάχες μέσα στο κρύο.

Κρυστάλλινες νιφάδες αγγίζουν το έδαφος, παγώνουν όνειρα παλιά. Κοιτώ τις πατημασιές που έκαναν στο μονοπάτι, απορώ προς τα ποια κατεύθυνση να πήγαν. Αρχίζω περπατώ μέσα στο κρύο, μα δε νιώθω αίσθηση παγετού. Είναι αλλαγμένος ο νους, κάπου μακριά ταξιδεύει. Θυμάται και μελαγχολεί έναν τόπο που ποτέ δεν κατάφερε να συγχωρήσει. Ψήγματα αναμνήσεων συνθέτουν μία αλλιώτικη πραγματικότητα, αυτή που θα θελα να θυμάμαι και όχι αυτή που έζησα και άφησα πίσω.

Κάποτε είχα δει σε μία ταινία, πως υπάρχουν δύο είδη ταξιδιωτών. Αυτοί που όταν φεύγουν από έναν τόπο κοιτούν το χάρτη και αυτοί που κοιτούν τον καθρέφτη. Αυτοί που μελετούν το χάρτη, δεν κοιτούν ποτέ πίσω, αυτοί που κοιτούν τον καθρέφτη, επιστρέφουν. Δίλημμα για το που ανήκει η καρδιά. Εν πολλοίς, συμβιβασμός. Υποσχέσεις δίχως όνομα και αγάπη να περισσεύει.

Συνεχίζω τη βόλτα μες στο δάσος προσπαθώντας να ανακαλύψω νέα όνειρα, να δημιουργήσω ελπίδα. Ξεροί κορμοί κρέμονται από πάνω μου, σταγόνες δάκρυα παγωμένα. Κάτι πουλιά παίζουν μέσα στο κρύο για να ζεσταθούν και εγώ ακόμη σκέφτομαι πως αν ανοίξω τα φτερά μου θα πληγωθούν. Τι νόημα έχει άραγε να περπατάς μονάχος μέσα στο κρύο, όταν τίποτα δεν έχει μείνει να θυμάσαι για να σε ζεσταίνει;

Δεν βρίσκω απαντήσεις, θέτω μονάχα νέες ερωτήσεις. Έχουν μαζευτεί τόσες, σαν παλιά κλειστά γράμματα σε συρτάρια που κρύβουν μυστικά, που δεν μπορώ να τις βάλω σε σειρά. Δυσκολεύομαι ακόμη και να τις ερμηνεύσω. Από πού προέρχονται, που κρύφτηκαν οι απαντήσεις τους; Εγώ πρέπει να τις βρω; Δεν μπορώ φοβάμαι, νοσταλγώ, μένω πίσω, μονολογώ.

Η φύση όλη μου μιλά. Μου λέει ιστορίες παλιές και κάτι παραμύθια να ξεχαστώ μέσα στο κρύο. Τα δέντρα μυστικιστικά όπως πάντα μου χαμογελούν, λέγοντας στίχους σε μια γλώσσα που δεν καταλαβαίνω, μα νιώθω βαθιά μέσα μου. Τίποτε μα τίποτε δεν βγάζει νόημα. Και εγώ ζωγραφίζω μορφές στο νου, σχέδια και χρώματα που συγκλονίζουν. Μισές λέξεις, φράσεις μου ψιθυρίζουν. Μελωδίες και τραγούδια παιγμένα σε νότες άλλης διάστασης. Κάτι διαφορετικό κυκλοφορεί στην ατμόσφαιρα απόψε. Ξεχασμένο από άλλο Χρόνο. Τυπωμένο όμως για το Τώρα.

Σχέσεις περίπλοκες μέσα στις ζωές μας, σχέσεις αληθινές, ανούσιες, αναγκαίες μα πάνω από όλα απούσες. Ζωή αλλαγμένη στο βωμό της ευτυχίας. Και γυρίζει το δάσος γύρω από εμένα και εγώ γύρω από αυτό. Αλλάζουμε μορφές, γινόμαστε ένα, μεταλλασσόμαστε. Ξαπλωμένη στο χιονισμένο μονοπάτι συνειδητοποιώ πως η έμπνευση είναι αιώνια σύμμαχος της θλίψης και ξαφνικά θυμάμαι πως πριν φύγω, ένιωσα το είδωλό μου να μου χαμογελά θλιμμένα. 



Αναδημοσίευση από το τεύχος 40 του ηλεκτρονικού περιοδικού emmeis

Friday, December 14, 2012

«Κάτι»


Κάτι κυλάει μέσα μου,
βαθύ και απροσδιόριστο.
Σαν τους δείκτες του Χρόνου
που τρέχουν άφοβοι
στου κόσμου τις στοές.
Με κυνηγά, άβολο στη σκέψη.
Ανόθευτο, ανύπαρκτο,
μα ζωντανό σαν τα κύτταρά μου.
Δεν ξέρω, το κοιτώ.
Ξένο και άσχημο.
Μα είναι εδώ,
ζωντανό, ζωντανό.

Ω ψυχή μου θλιβερή,
μονάχη είσαι τώρα.
Στου κόσμου τις ανάγκες
δε μπορείς,
κουτσή να συνοδεύεις αγκαλιές. 

Monday, December 3, 2012

Σκέψεις για το Νοέμβρη



Τον Οκτώβριο δεν τον θυμάμαι πολύ η αλήθεια είναι. Έφυγε και με άφησε γρήγορα και ανώδυνα χωρίς πληγές. Δε με χτύπησε, ούτε με μάτωσε. Μου πρόσφερε συμπόνια και κάποια ψήγματα αγάπης. Ο Νοέμβρης από την άλλη με πρόδωσε οικτρά. Πάντα αυτός ο μήνας είναι ύπουλος. Μπορεί να σου τη φέρει εκεί που δεν το περιμένεις. Και στο τέλος να σε κοιτάξει κατάμουτρα, όταν θα μπαίνει ο Δεκέμβρης, και με θράσος να σου πει «πάλι σε νίκησα». Μετανιωμένη και εγώ από τη νίκη του σέρνομαι, προσπαθώντας να ανασυντάξω τα ρημάδια τα συντρίμμια που άφησε πίσω, μέσα σε αφόρητο κρύο να αναγεννηθώ.

Πολύ ύπουλος ο Νοέμβρης. Δημιουργεί προσδοκίες και τρέφει τα όνειρά σου με τέτοια ευκολία που θα έπρεπε να τον υποψιαστείς εξαρχής. Πώς όλα αλλάζουν τόσο γρήγορα προς το καλύτερο; «Ναι γιατί έχει έρθει πια η ώρα» σκέφτεσαι. Μα την ίδια στιγμή που σε γεμίζει, με μία κίνηση σε αδειάζει η αδιαφορία και το μίσος του Νοέμβρη. Του αρέσει να σε βλέπει να γκρεμίζεσαι, με την ίδια ευκολία που έχτισες, λίγες ημέρες νωρίτερα. Μα έτσι είναι αυτός ο μήνας, πάντα έτσι ήταν. Δίχως ντροπή και τύψεις σου ζητά να παραιτηθείς από όλους και από όλα, να τα παρατήσεις και να σωριαστείς. Με απώτερο σκοπό τι; Την απόλυτη ταπείνωσή σου και το αίσθημα της ευφορίας της νίκης. Αυτό θέλει. Να σου αποδεικνύει κάθε χρόνο ότι όλη η πρόοδος που κατάφερες είναι ψεύτικη, ότι μπορεί να γκρεμιστεί σε δευτερόλεπτα. Ότι ακόμη σε νικά χωρίς αντίσταση.

Και τον μισείς για αυτό. Τον μισείς, όσο δε μίσησες ποτέ άλλοτε κάποιον μήνα του Χρόνου. Μα τον φοβάσαι κιόλας, τον τρέμεις. «Μπαίνει Νοέμβρης» αναλογίζεσαι και ξαναρχίζεις να χτίζεις, μήπως και τον πείσεις αυτή τη φορά ότι κάτι κατάφερες μέσα στο χρόνο που πέρασε, ότι δεν ενέδωσες, ότι δεν εγκατέλειψες. Και ξέρει ότι τον φοβάσαι και ξέρει ότι τον μισείς, διότι τρέφεται από αυτό. Ναι, τρέφει τη δύναμή του από τις αδυναμίες σου. Σε οικτίρει και εσύ αντί να αντιταχθείς, τον φοβάσαι, σκεπτόμενη τις συνέπειες της μάχης.

Μα τώρα πέρασε και αυτός ο Νοέμβρης, αφήνοντας για άλλη μία φορά συντρίμμια στους δρόμους των ονείρων. Υπενθυμίζοντας σου ότι του χρόνου πάλι θα είναι εδώ, πιστός στο ραντεβού και τις ψεύτικες υποσχέσεις που λες στον εαυτό σου. Και τότε πάλι θα αναγκαστείς να τον αντιμετωπίσεις. Αχ και τι δε θα έδινες να έπεφτες σε λήθαργο τέλη Οκτωβρίου και να ξύπναγες Δεκέμβρη, έτοιμη να καλωσορίσεις τη νέα χρονιά. Και όμως θα είναι εκεί. Σταθερός παράγοντας της δυστυχίας σου και εσύ μέχρι να έρθει θα ονειρεύεσαι, μπας και καταφέρεις και αυτή τη φορά να τον νικήσεις. Που ξέρεις, ίσως. 

Η ζωή είναι πολύ μικρή για να φοβάσαι. 

Saturday, November 24, 2012

Όταν μιλά η νύχτα


Η ψυχή μου καιγόταν ολάκαιρη,
δε μπορούσα να θυμηθώ,
τις ξεχασμένες σου φακίδες.
 
Μήτε τα βλέφαρα εκείνα τα βαριά,
που ούρλιαζαν δικές τους ιστορίες.
Μάτια μαύρα μελαγχολικά,
σαν τα κουμπιά από το παλτό σου,
εκείνα που ποτέ
δε θέλησες να μοιραστείς.

Και τα στενάχωρα εκείνα δάκρυα,
εγώ δε μπορούσα να τα αποφύγω.
Και εσύ με λέξεις σκορπισμένες με ησύχαζες,
μη ξέροντας ότι η αυγή μου είχε χάσει το δικό της τρένο.

Saturday, November 17, 2012

Η μάχη


Δε σε θέλω πια, κατάλαβε το και άσε με μονάχη να περιπλανιέμαι στους δρόμους που διάλεξα εγώ. Δεν σε ακούω πια μα και εσύ δε μου μιλάς. Με αποφεύγεις όταν σε χρειάζομαι και με τυραννάς όταν σε μισώ. Τόσο συναίσθημα δεν το αντέχω. Κοίταξε πόσες πληγές έχω στα χέρια μου από τις μάχες μου μαζί σου. Ξέπνοα αναζητώ μία σου λέξη μέσα σε αυτό το στενάχωρο δωμάτιο. Μία επιβεβαίωση ότι και εσύ με σιχαίνεσαι, ότι και εσύ δε με αντέχεις.

Μα εσύ με λατρεύεις, όπως όταν χαράζεις πληγές επάνω στο σώμα μου, αληθινές, γεμάτες αίματα. Ούτε αυτές σε συγχωρούν, μα κρυφά σε θαυμάζουν. Αυτή τη θέλησή σου να με καταστρέψεις ολότελα. Να με δεις να σέρνω τα κουφάρια λόγια μου ξανά προς εσένα και να ξεχάσω μια και καλή την ιδέα της αποστασιοποίησης μου. Γελάς ειρωνικά και χαίρεσαι, γιατί ξέρεις πως θα γυρίσω κοντά σου, ξέρεις πως θα σε παρακαλώ να με πληγώνεις. Ω Θεέ τέτοια ταπείνωση δεν έχω ξανανιώσει. Ακόμη και τα δάκρυά μου αρνούνται να σε κοιτάξουν κατάματα. Τα βλέφαρά μου σε φθονούν και τα χείλια μου σε βρίζουν. Μήτε τα μάτια μου όμως θωρείς πια. Τα ξερίζωσες και αυτά από το πρόσωπό μου και τα κουβαλάς μαζί σου σαν έπαθλο. Για να μη νιώθω με την όρασή μού είχες πει τότε. Όταν με πόνο δε σταμάτησες στα ουρλιαχτά μου. Ακόμη και οι φακίδες μου σε απεχθάνονται, συνωμοτώντας με τα δόντια μου πώς να σε πληγώσουν. Μα και αυτά τα έθαψες βαθιά στη μνήμη, μη μπορώντας να αναμασήσω ευτυχία.

Τα πόδια μου γερά θα αρχίσουν να τρέχουν, άπαξ και κάνεις ένα βήμα. Μα τώρα συνειδητοποιώ πως τα αλυσόδεσες, σε μαύρους υγρούς τοίχους τα στερέωσες. Και μήτε μπορώντας να περπατήσω πια, η γλώσσα μου, ακλόνητη απ’ της ψυχής τα πάθη, ξεχύνει ομπρός σου λόγια φωτιάς και θανάτου. Πόσο δύναμη κρύβουν οι λέξεις, όταν σωστά τις χρησιμοποιείς. Δηλητήριο στάζουν, να σαν και αυτό που έχεις στη δήθεν σου καρδιά. Και ξάφνου σε βλέπω αποχωρείς, με δάκρυα να καίνε το πρόσωπό σου και σάλια να γεμίζουν το στόμα σου, έτοιμος να φτύσεις την πίκρα του δηλητηρίου μου για σένα. Απομακρύνεσαι θλιμμένος, ηττημένος από μία γλώσσα που δε δίστασε ποτέ να σου πει την αλήθεια. Και τώρα που την άκουσες σε λύγισε, όπως και εσύ τόσα χρόνια έκανες σε μένα.

Και δυνατή όπως και πρώτα, ξεχύνομαι στους δρόμους των στιγμών, ελεύθερη από ένα ψεύτικο πάθος για σένα. Δε σε ξανάδα από τότε και ποτέ δε σ’ αποθύμησα. Μονάχα αυτό το γράμμα σου στέλνω να θυμάσαι πως σε νίκησα. Με τις λέξεις μου γραμμένες, νιώθω πάλι την ήττα σου, οσμίζομαι τα δάκρυά σου και επιτέλους φωνάζω «λευτεριά», χαμένη σε λιβάδια με φιλιά. Αντίο για πάντα ψεύτικη αγάπη. Δε σε αγάπησα ποτέ αληθινά. 

Sunday, October 28, 2012

Μία ημέρα σαν όλες τις άλλες


Η ημέρα ορκωμοσίας ομολογουμένως είναι ιδιαίτερη ημέρα για όλους, είτε είναι για Bachelor ή Master, είτε είναι για οποιοδήποτε πτυχίο. Οποιαδήποτε ακαδημαϊκή επιτυχία λοιπόν, πρέπει να γιορτάζεται με την πρέπουσα λαχτάρα. Έτσι και όσοι από εμάς ήδη έχουν νιώσει αυτή τη χαρά με τον έναν ή τον άλλον τρόπο, γνωρίζουν τη γλυκιά αυτή γεύση που σου αφήνει στο στόμα η ημέρα της ορκωμοσίας.


Εκτός από την τελετή, που για τους φοιτητές στη Θεσσαλονίκη και το Αριστοτέλειο συγκεκριμένα είναι – εκτός από catwalk – περιτριγυρισμένη από μία δόση γκλαμουριάς μα και υπερηφάνειας. Γονείς, φίλοι, παλιόφιλοι, συμφοιτητές και μη είναι εκεί για να σε καμαρώσουν να λες τον περιβόητο όρκο! Και φυσικά το όλο στήσιμο της τελετής στην αιώνια αίθουσα είναι κάτι που δεν ξεχνάς εύκολα. Και όμως σε άλλες πόλεις του κόσμου δεν είναι έτσι. Εδώ στη Leeuwarden για παράδειγμα, διαφέρει εκ των πραγμάτων. Με ένα εκπαιδευτικό σύστημα τελείως διαφορετικό, με το Βachelor να έχει άλλη δομή και το Μaster να αποτελεί το σημαντικότερο των πτυχίων, η τελετή ορκωμοσίας δεν είναι σίγουρα αυτό που ζούμε στην Ελλάδα.

Στο NHL Hogeschool, όπου είχαμε την τιμή να παρακολουθήσουμε την τελετή ορκωμοσίας Bachelor, κάτι άλλο έχει περισσότερη σημασία από την εμφάνιση ή το πόσους φίλους θα καλέσεις και έπειτα θα κεράσεις. Αυτά που θα πει για σένα ο καθηγητής. Ναι καλά καταλάβατε. Ανάλογα με το πώς έκανες την πτυχιακή σου – μόνος ή με ομάδα – καλούν το όνομά σου, σε μία τραγικά ασφυκτική και μικρή αίθουσα, και ο υπεύθυνος καθηγητής σου λέει λίγα λόγια για σένα και την ομάδα σου. Πολύ προσωπική διαδικασία θα αναλογιστείτε. Και όμως δεν είναι αυτό που φαίνεται. Οι περισσότεροι φοιτητές δεν έχουν σε μεγάλη εκτίμηση τη διαδικασία αυτή και δεν ανυπομονούν καθόλου όταν θα ανέβουν στην μικρή «εξέδρα» να ακούσουν τον καθηγητή τους. Και στην τελική η πλειοψηφία των ομιλιών είναι μικρές και διόλου προσωπικές, είναι κάτι σαν παρουσίαση της πανεπιστημιακής και επαγγελματικής πορείας του φοιτητή, και το συναίσθημα είναι απλά απόν.


Παρόλα αυτά και υπογραφές πέφτουν, σε πολύ περιποιημένα τυπωμένα πτυχία φυσικά και χειροκροτήματα ακούγονται. Ο γνωστός ελληνικός πανικός βεβαίως με τους επαγγελματίες φωτογράφους ούτε για δείγμα. Μόνο μία υπήρχε και αυτή έβγαζε από μακριά. Και φυσικά ούτε όρκος. Δε χρειάζονται αυτά, είναι περιττά, ανούσια, όπως το να «στολιστείς» ή να καλέσεις πολλούς και αγαπημένους φίλους. Εδώ η τελετή είναι τυπική και καθόλου υποχρεωτική – πες το αυτό στη γραμματέα της σχολής μου και αν δε φας βρίσιμο είσαι τυχερός.

Βέβαια στην είσοδο του πανεπιστημίου πριν και μετά την τελετή, υπήρχε ολόκληρος μπουφές με καφέδες, αναψυκτικά, ποτά και σνακς, προκειμένου να ευχαριστηθείς με κάποιο τρόπο την γενικώς βαρετή – αλλά για μένα το ίδιο σημαντική – ολλανδική ορκωμοσία. Για πολλούς δεν έχει και τόση σημασία πια το γεγονός το ίδιο, παρά το μετά. Η επαγγελματική πορεία του φοιτητή και πως θα αξιοποιήσει όσα έμαθε τόσα χρόνια σε μία δουλειά που να αγαπά και να του προσφέρει αυτά που χρειάζεται, που εκτός από το χρηματικό παίζει ρόλο και η προσωπική ικανοποίηση, να δουλειές σε κάτι που αγαπάς αληθινά!

ΥΓ: Αφιερωμένο σε όσους πήραν ή θα πάρουν κάποιο πτυχίο. Καμία συγκίνηση δε συγκρίνεται με αυτή της ορκωμοσίας, όπως και να τη ζήσει κανείς. Καλή σταδιοδρομία!

Saturday, October 13, 2012

Θα ξαναβρεθούμε


Αναρχικό, αληθινό συναίσθημα. Ναι αυτό που σου δίνει ρίγη στο κορμί που δεν μπορείς να ελέγξεις. Αυτό που σου κρύβει εκπλήξεις καθημερινές, αναγκαίες. Και τέλος, αυτό που σε αγαλλιάζει μα σε αναστατώνει την ίδια στιγμή. Περίεργο, αλλά δε νιώθω περίεργα πια. Όλα αυτά σα να προϋπήρχαν της ύπαρξής μου, λες και ήξερα εγώ ο ίδιος τι θα ένιωθα πριν καν γεννηθώ. Ώρες ώρες δε καταλαβαίνω την ψυχοσύνθεση του είναι μου και άλλες φορές νιώθω τόσο τυχερός που ξεχνώ ακόμη και το γιατί.

Είναι αυτό το χαμόγελο της που με στοιχειώνει. Τη νιώθω ακόμη δίπλα μου ξέρεις. Σα να μην έφυγε ποτέ από κοντά μου εκείνη την περίεργα ήσυχα ημέρα. Όλα είχαν σωπάσει όταν σώπασε και εκείνη, όλα ησύχασαν σαν η ψυχή της γαλήνεψε. Ήταν και αυτά τα φάρμακα ξέρεις που την ταλαιπωρούσαν. Και εμένα με ταλαιπωρούσαν χρόνια. Σαν και εγώ να ένιωθα τους πόνους στο κορμί της και τις μελανιές στο σώμα της. Όταν πονούσε, εγώ λύγιζα σπαραχτικά. Και δεν το λέω για να σε πείσω πως την αγαπούσα. Όχι, όχι δεν είσαι εδώ για να πείσω. Μόνο λίγη παρέα να μου κάνεις να ξεχαστώ, για αυτό σε φώναξα εξάλλου. Μα θα φύγεις και εσύ και θα μείνω πάλι μόνος, να μετρώ τις τρύπες στο ταβάνι της καρδιάς μου, μέχρι να μαυρίσουν και αυτές από τη μούχλα της σιωπής.

Μέρες και μήνες περίμενα μία επίσκεψή σου. Να μιλήσουμε μαζί για τις μέρες που χαμογελούσε ο κόσμος όλος, όταν και αυτή χαιρόταν. Πριν ακόμη ξεκινήσουν όλα. Πριν εκείνη την καταραμένη ημέρα με τον πρώτο πονοκέφαλο και την πρώτη κρίση. Έτσι θα ήθελα να τη θυμάμαι, το ίδιο και εκείνη. Και ξέρεις δεν έχω φωτογραφίες αφότου διαγνώστηκε. Δε με άφησε και ούτε εγώ ήθελα. Μα και εσύ τα ξέρεις όλα αυτά. Ήσουν εκεί παρών.

Θυμάσαι πόσο όμορφα τραγουδούσε; Έβαζε το αγαπημένο της βινύλιο να παίζει και τραγουδούσε μέχρι να βραχνιάσει. Και εγώ εκεί στη γωνιά του δωματίου την αγνάντευα, μαγεμένος από την αύρα της. Όπως κοιτώ εσένα τώρα να στέκεσαι στο ίδιο σημείο που στεκόταν και εκείνη.

Δεν αντέχω όμως να μιλώ άλλο για αυτά που πέρασαν και δε θα ξανάρθουν. Θα μείνω εδώ να περιμένω μέχρι να έρθει η ίδια να με πάρει από το χέρι και να με αναστατώσει όπως την πρώτη στιγμή που την αντίκρισα. Να περπατήσουμε μαζί, αιώνια πια και να αγαπηθούμε ξανά από την αρχή. Μόνο αυτό ποθώ και λαχταρώ, να ξανάβλεπα το πρόσωπό της όπως τότε, νέα, όμορφη και αγνή. Εδώ θα περιμένω, μέχρι το τέλος της αρχής.

Α κοίτα ξημερώνει κιόλας. Η θάλασσα γαλήνεψε. Ναι το ξέρω, ήρθε η ώρα να φύγεις. Μη διστάσεις να ξανάρθεις. Εδώ θα είμαι να περιμένω. Να μιλήσουμε για αυτά που βλέπεις στα ατέρμονα ταξίδια σου, τους ανθρώπους και τους έρωτές σου και που ξέρεις, ίσως μια μέρα έρθω και εγώ μαζί σου. Καλή αντάμωση ταξιδιώτη του χρόνου.