Thursday, April 4, 2013

Ένα αλλιώτικο Πάσχα.



Η ζωή ενός ταξιδιώτη χαρακτηρίζεται από πολλαπλές καθημερινές εκπλήξεις και συνεχή έκθεση σε νέους και ενδιαφέροντες πολιτισμούς. Όταν έχεις ζήσει σε πολλά μέρη στον κόσμο, η έκθεση αυτή γίνεται χωρίς σκέψη, και η απορρόφηση των εκάστοτε πολιτισμικών ερεθισμάτων, αυτόματα. Έχεις δημιουργήσει έναν ειδικό μηχανισμό που όταν συμβαίνει κάτι γύρω σου, αντί να το κοιτάξεις καχύποπτα, το αγκαλιάζεις με απέραντη χαρά, και ας μη σου αρέσει πραγματικά.

Η ζωή μας σαν Έλληνες είναι γαλουχημένη με την ορθόδοξη θρησκεία, ανεξαρτήτως εάν πιστεύουμε η όχι πραγματικά ή όπως θα ήθελαν οι γιαγιάδες μας. Η θρησκεία είναι τόσο εμποτισμένη στην καθημερινότητά μας, που δεν μπορούμε παρά να την ακολουθήσουμε. Οι αργίες, τα έθιμα, τα ήθη που προέρχονται από τους προγόνους μας, έχουν συντηρηθεί με επιτυχία, αποτυγχάνοντας βέβαια, ορισμένες φορές να συμβαδίσουν με τα γρήγορα βήματα της κοινωνίας. Όλα αυτά συνάδουν στο να θεωρούμαστε κατά βάση ‘θρησκευτικός’ λαός και εξαιρετικά δεμένος με τη θρησκεία, όσο και αν αυτό δε μας αρέσει. 

Πριν δύο χρόνια έζησα ένα διαφορετικό Πάσχα μακριά από την οικογένεια, στην Κωνσταντινούπολη και συγκεκριμένα στο Φανάρι. Σε μία σεμνή και ταπεινή τελετή μαζί μου βρισκόταν ένας Τούρκος και ένας Ολλανδός, οι οποίοι εκ των πραγμάτων δεν ένιωσαν το ίδιο δέος με το δικό μου, όχι θρησκευτικό, αλλά πνευματικό. Ήταν περισσότερο μία τουριστική ατραξιόν η Εκκλησία, παρά ναός προσευχής για αυτούς. Έτσι ήταν όμως και για μένα. Χωρίς να έχω κάποιον να μοιραστώ τα συναισθήματα μου, κάποιον που να με καταλάβει, έχασα την ουσία, χωρίς να μπορέσω έπειτα από αυτό να την ξαναβρώ.

Τα χρόνια πέρασαν και πολλά άλλαξαν. Αντιλήφθηκα μέσω δικής μου ενδοσκόπησης και εξωτερικών ερεθισμάτων, πως η θρησκεία και - δη η ορθόδοξη - βασίζεται σε σαθρά θεμέλια και χαρακτηρίζεται από μία υποκρισία (το λιγότερο) εκ μέρους της πάμπλουτης και καθόλου ταπεινής μας Εκκλησίας. Κάπου εκεί σταμάτησα να ‘πιστεύω’ σε αυτή, δίνοντας βάση στον εαυτό μου και όπως εγώ θα ήθελα να πιστεύω είτε στο Χριστό είτε στο Βούδα. Και κατάφερα να χτίσω μία σχέση ολότελα δική μου, στη δύναμη που θεωρώ εγώ πως με βοηθά καλύτερα στο να αντιμετωπίζω και να ξεπερνώ τις όποιες δυσκολίες στη ζωή μου.

Κάπως έτσι ανέπτυξα μία πιο ισχυρή πίστη και αγάπη προς εμένα και τις πράξεις μου, μα κυρίως έγινα πιο δυνατή απέναντι σε εξωτερικού κινδύνους. Οι θεωρίες που αναπτύσσει ο καθένας μας για τη θρησκεία είναι μοναδικές και κάθε άτομο ερμηνεύει διαφορετικά τα όποια ερεθίσματα εκλαμβάνει, τόσο στα παιδικά και τα εφηβικά, αλλά κυρίως στα ενήλικα χρόνια της ζωής του. Έτσι και εγώ έμαθα να δέχομαι τους άλλους όπως είναι, όπου και αν πιστεύουν, χωρίς να αλλοιώνω τη δική μου ‘θρησκευτική’ ταυτότητα.

Για αυτό το λόγο θεώρησα πως ήρθε η στιγμή να γνωρίσω νέες μορφές θρησκείας, όχι γιατί ‘ψάχνομαι’, αλλά γιατί η περιέργεια του ταξιδιώτη να γνωρίζει όλα τα ήθη και τα έθιμα της χώρας που διαμένει, είναι πολύ δυνατή μέσα μου. Έτσι λοιπόν κίνησα για ένα αλλιώτικο Πάσχα, ένα ‘ολλανδικό’ Πάσχα, σίγουρα διαφορετικό από την δική μας κυριακάτικη κραιπάλη (ας μη θυμηθώ το περσινό θεέ μου). Ακολούθησα λοιπόν την δεύτερη ‘μανούλα’ μου στην Εκκλησία για να δω και εγώ τι κάνουν κάποιοι από τους Ολλανδούς την Κυριακή του Πάσχα.

Αυτό που εξέλαβα ως εμπειρία ήταν πολύ δυνατό. Μου πήρε χρόνο να καταλάβω που ακριβώς βρισκόμουν, διότι οι ‘τελετές’ τους γίνονται σε απλά κτίρια, αφού θεωρούν πως δεν έχει σημασία που βρίσκεσαι αν πιστεύεις στο Θεό. Η διαδικασία απλή: πολλά τραπέζια με πρωινό, όπου όλοι βοηθούν στο σερβίρισμα, εισαγωγή, προσευχή και συζήτηση. Έπειτα καθίσαμε έχοντας ως θέα μία σκηνή, όπου ό, τι εκτυλίχθηκε έπειτα αγγίζει τα όρια του σουρεαλισμού, χωρίς αυτό να σημαίνει ότι ήταν άσχημο ή φαντασμαγορικό. Ήταν απλά διαφορετικό.

Βρισκόμουν σε μία εκκλησία Βαπτιστών, μία αυστηρή μορφή του Χριστιανισμού. Οι Βαπτιστές θεωρούν πως εάν δεν πιστεύεις στο Χριστό θα καείς στην κόλαση μαζί με τους υπόλοιπους αμαρτωλούς. Είναι αυστηροί και διδάσκουν τη θρησκεία με τρόπο επιβολής. Οι οικογένειες που συμμετέχουν είναι όλες με αυστηρή πατριαρχική δομή και η πίστη είναι το βασικό στοιχείο της ύπαρξής τους. Βοηθούν ο ένας τον άλλον και πιστεύουν στην αυτονομία του ποιμνίου τους.

Παρόλες τις διάχυτες σκέψεις μου, η διαδικασία με την οποία γιορτάζουν το Πάσχα, αλλά και κάθε Κυριακή, είναι μοναδική και ιδιαίτερα διασκεδαστική. Ζωντανή μουσική, λόγια και προσευχές τραγουδώντας και χορεύοντας, όλα ελεγμένα από τον ‘αρχηγό’ του ποιμνίου, τον επικεφαλή παπά. Άνθρωποι φιλικοί, εξυπηρετικοί, ανοιχτοί στους νέους επισκέπτες, μα τόσο κλειστοί σε θέματα της κοινωνίας (ομοφυλοφιλία, παιδί εκτός γάμου, ελευθερία της επιλογής). Ζουν και αναπνέουν μέσω της Βίβλου και των κανόνων που χιλιάδες χρόνια πριν, άνθρωποι μιας διαφορετικής εποχής, έχουν θέσει για αυτούς σήμερα.

Για τους ίδιους ο Καθολικισμός είναι πολύ «ριζοσπαστικός» και ο Χριστός, ο απόλυτος κύριος της ύπαρξής τους. Η αλήθεια είναι πως βλέποντας τους πόσο το ευχαριστιούνται και πόση πραγματική δύναμη εισπράττουν από αυτό, εγώ δε μπορώ παρά να τους δεχτώ και – γιατί όχι – να τους θαυμάσω για αυτό που προβάλλουν. Παρόλο το συντηρητισμό που τους χαρακτηρίζει και όσο και αν διαφωνώ κάθετα με όσα πρεσβεύουν, δεν μπορώ παρά να δεχθώ τη δύναμη της θρησκείας τους. Γιατί το διαφορετικό δεν είναι πάντα κακό.

Friday, March 22, 2013

Όταν.



When the door opens,
do not hesitate.
Because the love you will get,
has no human limits.
And the minutes will pass,
along with the days.
With miles of years to look ahead.

Do not scream upon the sight of Death.
Because he will show you
the truthful life.

Walk along and remember,
that Love beats all the odds,
we ever dreamed on failing. 

*21.3.2013 Παγκόσμια Ημέρα Ποίησης

Tuesday, March 19, 2013

Την ημέρα που περπάτησα προς τα πίσω.


Την ημέρα εκείνη που περπάτησα προς τα πίσω είχα παρέα την αγάπη. Εκείνη μου δίδαξε όλα όσα έχω μάθει μέχρι σήμερα και όλα όσα αρνούμαι τόσα χρόνια να αποδεχθώ. Δύσκολη και άγονη αγάπη, μα αληθινή και περήφανη συνάμα. Εκείνη την ημέρα λοιπόν, όλα σταμάτησαν στο θυμικό μου.

Θυμήθηκα μυρωδιές και ονόματα. Αριθμούς και λόγια. Ξεχασμένες ακουστικές λιποθυμίες. Ανθρώπους που δε ζήτησαν ποτέ αντάλλαγμα για τη φιλία που μου έδωσαν, χρωματιστές αληθινές αναμνήσεις παιδικότητας.

Περπάτησα ανάποδα. Ξεκίνησα από τα λάθος για να φτάσω στα σωστά. Και η αγάπη μόνιμος παρατηρητής της νοσταλγικής μου καρδιάς. Του ατελείωτου μου ύπνου στα γνώριμα λημέρια.

Ο ιδρώτας της μελαγχολίας και το κλάμα της ευτυχίας με ξυπνούν τα βράδια, ξέρεις. Με άγγιξε η ρημάδα η επιστροφή. Και ξεκίνησα να κάνω τα μπροστινά βήματα προς τα πίσω, λες και τίποτε δεν άλλαξε για μένα.

Οι καθρέφτες σπάσανε, δε μπορώ να με αντικρύσω πια για να με κατανοήσω. Ίσως οι αντανακλάσεις του παρελθόντος να μου δώσουν το σπρώξιμο που χρειάζομαι. Μα οι βροχές τα καλοκαίρια είναι πάντα πιο όμορφες, όπως και οι λέξεις που μοιράστηκα με ανθρώπους αληθινούς.

Το ψεύτικο έχει πάψει να υπάρχει για μένα. Το τίναξα από πάνω μου όταν ξεκίνησα να περπατώ ανάποδα. Και μέσα στο θόρυβο των βημάτων μου δεν ακούω τίποτε, μονάχα το νανούρισμα της μάνας από τα παλιά, το δάκρυ της αδερφικής ψυχής και τα χαμόγελα του αποχαιρετισμού.

Η αλήθεια δεν πονά αν την καλοδεχθείς. Το ψέμα δεν σε ακουμπά αν χαίρεσαι με την αλήθεια και οι άνθρωποι δεν παύουν να σε αγαπούν όταν τους αγαπάς διπλά και δεν τους ξεχνάς.

Οι λύπες δεν έχουν θέση στις ζωές που είναι γεμισμένες με γέλια και φιλικές μοναξιές. Ακόμη και όταν περπατάς σκυμμένος, πάντα ένα φιλικό χαμόγελο θα σου δείχνει το σωστό δρόμο. Και ας είναι προς τα πίσω.

Για τους ανθρώπους αυτού, που έχουν ιδιαίτερη θέση στη ζωή μου. Ξέρουν αυτοί. 

Wednesday, January 23, 2013

Αδύναμος Κρίκος



Δύσκολα το μελάνι κυλά στο χαρτί, δύσκολα και οι λέξεις περιγράφουν συναισθήματα. Όλα αυτά που είδα και δεν έχω νιώσει, όλα αυτά που έχω νιώσει και δεν είδα.

Εμμονή ανείπωτη κυλά στο υποσυνείδητο. Όνειρα και πεθαμένοι. Θάνατος φίλος παλιός.
Λόγια χτυπούν τοίχους και χάνονται στον αέρα. Σχέδια εξανεμίζονται.

Τα όνειρα τα παλιά έχουν ξεφτίσει στο βωμό του Χρόνου. Τα όνειρα τα καινούργια είναι αδύναμα χωρίς φτερά και Υπομονή. Χάνονται στο βωμό της ευαρέσκειας.

Να ακολουθείς τα όνειρα που κάποιος άλλος διάλεξε για σένα. Αυτό είναι η κόλαση. Και το χειρότερο να μην μπορείς να ξεφύγεις από αυτά.

Μορφές ανόμοιες, δυνάμεις ξεχασμένες. Κίνητρα και αφορμές αφορισμένες. Πως είναι κάποιος να αρνείται τον εαυτό του;

Ζωές ακίνητες, βουβές. Λάθη και γνώμες αλλοτριωμένες. Και ο Χρόνος να υπενθυμίζει αδυσώπητα στιγμές χαμένες.

Η Ζωή κάποιοι λένε είναι Τύχη. Τότε με τόλμη παραδέχομαι πως δεν την είδα την Τύχη στη Ζωή, όχι στη δική μου.

Ίσως και αυτό να είναι σημάδι ειλικρινές, για τις ζωές κάποιων αθώων να θυσιάζονται τα όνειρα των ενόχων. Και η Τύχη χτυπά την πόρτα αυτών που έχουν ήσυχο μυαλό, να μπορούν να την αντέξουν.

Και το παράπονο αυτό εκ γενετής, αιώνιος συνοδοιπόρος. Μα πώς να χτίσεις μια ζωή πάνω σε παράπονα; Ούτε βάσεις ούτε δομές. Μόνο μοναξιά.

Wednesday, January 16, 2013

Όταν.


Όταν εκείνος θα έρθει και θα σε πιάσει από το χέρι, μη φοβηθείς. Είναι εκείνος που θα σε συνοδεύει όλες τις στιγμές της στενοχώριας. Εκείνος που θα τρέχει για σένα μέσα στο κρύο, που θα σου κρατά το χέρι όταν φοβάσαι, που θα διώχνει τα φαντάσματα του παρελθόντος.

Είναι αυτός που ποτέ δε γνώρισες και όμως βρίσκεται δίπλα σου. Αλλοιωμένη η μορφή του από τον Χρόνο, αλλοιωμένη και εσύ από σπασμένα όνειρα. Θάλασσες δάκρυα θα χύσετε μαζί, θα αγκαλιαστείτε και θα ονειρευτείτε. Κοινή ζωή αλλιώτικη, μοναδική.

Ίσως χαθείτε κάποια στιγμή, μα η Ζωή παράξενη και όμορφη που είναι, θα σας ενώσει πάλι, για να μιλάτε για όλα αυτά που δεν έγιναν, μα κυρίως για αυτά που θα γίνουν. Ενωμένη ζωή, καθημερινή μα μοναδική.

Λόγια ειλικρινά μα και ψεύτικα, τα αποζητά αυτά η καρδιά κάποιες φορές. Να τρέφεις την ψευδαίσθηση της ευτυχίας, ξέροντας βαθιά μέσα σου ότι ποτέ δε θα την αγγίξεις στα αλήθεια.

Και κάπως έτσι θα περνάνε οι μέρες και τα χρόνια, με αυτόν που θα έρθει μαζί με τα ψήγματα αλήθειας για τη Ζωή. Μην ξεχάσεις να τον ευχαριστήσεις για αυτά που θα σου προσφέρει, είναι αυτά που ποτέ δε φαντάστηκες ότι θα έχεις. Συναισθήματα και ιδέες άλλων ανθρώπων μέσα σου. Λέξεις και διάλογοι σαν από μπομπίνα που τρέχει μήπως και προλάβει τους ανθρώπους.

Εικόνες και μνήμες από εκείνες τις εποχές, τα νιάτα που φεύγουν, τις πληγές που μένουν.

Και κάποια μέρα θα θυμάσαι τις άσχημες εκείνες νύχτες με τους δαίμονες αγκαλιά και θα μονοπωλείς τραγούδια νανουρίσματα για να ξεχάσεις. Ξέρεις βέβαια ότι αυτά δεν ξεχνιούνται, ούτε τα δάκρυα ούτε τα λόγια τις ξεγράφουν. Μόνο η Αγάπη, ίσως. 


Friday, January 4, 2013

Περπατώντας μες στο κρύο



Αιώνιος επισκέπτης, ανείπωτος θυμός. Χίλιες φορές νεκρό σώμα, παρά νεκρή ψυχή. Και έτσι κυλούν οι μέρες, με τις νύχτες να γελούν μονάχες μέσα στο κρύο.

Κρυστάλλινες νιφάδες αγγίζουν το έδαφος, παγώνουν όνειρα παλιά. Κοιτώ τις πατημασιές που έκαναν στο μονοπάτι, απορώ προς τα ποια κατεύθυνση να πήγαν. Αρχίζω περπατώ μέσα στο κρύο, μα δε νιώθω αίσθηση παγετού. Είναι αλλαγμένος ο νους, κάπου μακριά ταξιδεύει. Θυμάται και μελαγχολεί έναν τόπο που ποτέ δεν κατάφερε να συγχωρήσει. Ψήγματα αναμνήσεων συνθέτουν μία αλλιώτικη πραγματικότητα, αυτή που θα θελα να θυμάμαι και όχι αυτή που έζησα και άφησα πίσω.

Κάποτε είχα δει σε μία ταινία, πως υπάρχουν δύο είδη ταξιδιωτών. Αυτοί που όταν φεύγουν από έναν τόπο κοιτούν το χάρτη και αυτοί που κοιτούν τον καθρέφτη. Αυτοί που μελετούν το χάρτη, δεν κοιτούν ποτέ πίσω, αυτοί που κοιτούν τον καθρέφτη, επιστρέφουν. Δίλημμα για το που ανήκει η καρδιά. Εν πολλοίς, συμβιβασμός. Υποσχέσεις δίχως όνομα και αγάπη να περισσεύει.

Συνεχίζω τη βόλτα μες στο δάσος προσπαθώντας να ανακαλύψω νέα όνειρα, να δημιουργήσω ελπίδα. Ξεροί κορμοί κρέμονται από πάνω μου, σταγόνες δάκρυα παγωμένα. Κάτι πουλιά παίζουν μέσα στο κρύο για να ζεσταθούν και εγώ ακόμη σκέφτομαι πως αν ανοίξω τα φτερά μου θα πληγωθούν. Τι νόημα έχει άραγε να περπατάς μονάχος μέσα στο κρύο, όταν τίποτα δεν έχει μείνει να θυμάσαι για να σε ζεσταίνει;

Δεν βρίσκω απαντήσεις, θέτω μονάχα νέες ερωτήσεις. Έχουν μαζευτεί τόσες, σαν παλιά κλειστά γράμματα σε συρτάρια που κρύβουν μυστικά, που δεν μπορώ να τις βάλω σε σειρά. Δυσκολεύομαι ακόμη και να τις ερμηνεύσω. Από πού προέρχονται, που κρύφτηκαν οι απαντήσεις τους; Εγώ πρέπει να τις βρω; Δεν μπορώ φοβάμαι, νοσταλγώ, μένω πίσω, μονολογώ.

Η φύση όλη μου μιλά. Μου λέει ιστορίες παλιές και κάτι παραμύθια να ξεχαστώ μέσα στο κρύο. Τα δέντρα μυστικιστικά όπως πάντα μου χαμογελούν, λέγοντας στίχους σε μια γλώσσα που δεν καταλαβαίνω, μα νιώθω βαθιά μέσα μου. Τίποτε μα τίποτε δεν βγάζει νόημα. Και εγώ ζωγραφίζω μορφές στο νου, σχέδια και χρώματα που συγκλονίζουν. Μισές λέξεις, φράσεις μου ψιθυρίζουν. Μελωδίες και τραγούδια παιγμένα σε νότες άλλης διάστασης. Κάτι διαφορετικό κυκλοφορεί στην ατμόσφαιρα απόψε. Ξεχασμένο από άλλο Χρόνο. Τυπωμένο όμως για το Τώρα.

Σχέσεις περίπλοκες μέσα στις ζωές μας, σχέσεις αληθινές, ανούσιες, αναγκαίες μα πάνω από όλα απούσες. Ζωή αλλαγμένη στο βωμό της ευτυχίας. Και γυρίζει το δάσος γύρω από εμένα και εγώ γύρω από αυτό. Αλλάζουμε μορφές, γινόμαστε ένα, μεταλλασσόμαστε. Ξαπλωμένη στο χιονισμένο μονοπάτι συνειδητοποιώ πως η έμπνευση είναι αιώνια σύμμαχος της θλίψης και ξαφνικά θυμάμαι πως πριν φύγω, ένιωσα το είδωλό μου να μου χαμογελά θλιμμένα. 



Αναδημοσίευση από το τεύχος 40 του ηλεκτρονικού περιοδικού emmeis

Friday, December 14, 2012

«Κάτι»


Κάτι κυλάει μέσα μου,
βαθύ και απροσδιόριστο.
Σαν τους δείκτες του Χρόνου
που τρέχουν άφοβοι
στου κόσμου τις στοές.
Με κυνηγά, άβολο στη σκέψη.
Ανόθευτο, ανύπαρκτο,
μα ζωντανό σαν τα κύτταρά μου.
Δεν ξέρω, το κοιτώ.
Ξένο και άσχημο.
Μα είναι εδώ,
ζωντανό, ζωντανό.

Ω ψυχή μου θλιβερή,
μονάχη είσαι τώρα.
Στου κόσμου τις ανάγκες
δε μπορείς,
κουτσή να συνοδεύεις αγκαλιές.