Έχω χαθεί μέσα μου, στο εγώ μου, στην παραφροσύνη μου, στη δική μου τρέλα. Πονάω αλλά δεν το νιώθω, πονάω αλλά δε με αγγίζει. Πώς είναι δυνατόν; Ξέρω ότι με πειράζει, ότι με πονάει, ότι υποφέρω, κι όμως δεν το νιώθω. Το βλέπω μόνο στα όνειρά μου. Η ψυχή μου υποφέρει σιωπηλά και όμως δεν το νιώθω, μονάχα το ξέρω βαθιά μέσα μου ότι κάτι έσπασε για τα καλά, για πάντα και δεν ξανακολλάει. Και ξέρω ότι δεν με πειράζει. Καθόλου. Ίσως αυτό θα έπρεπε να με προβληματίζει, το ότι δε με προβληματίζει.
Τι κάνεις όμως όταν έχεις φτάσει σε αυτό το σημείο; Απλά το υπομένεις, το αφήνεις να περάσει. Και αν δεν περάσει; Και αν δεν φύγει ποτέ; Θα αφήσεις τη ζωή σου να χαθεί μέσα στις αναμνήσεις, στις απογοητεύσεις και στα ανεκπλήρωτα όνειρα; Όχι. Όχι γιατί τώρα έμαθες ότι μόνο εσύ είσαι για σένα, ότι αν δεν προσπαθήσεις εσύ να σωθείς, κανένας άλλος δε θα το κάνει για σένα. Τέρμα οι μιζέριες και οι κακομοιριές, τέρμα όλα αυτά για τα οποία θα χανόσουν εύκολα και χωρίς σκέψη. Ναι έχεις χαθεί μέσα στο ίδιο σου το εγώ όμως χωρίς να σκέφτεσαι τίποτα. Τι ωραία να μη σκέφτεσαι τίποτα! Ίσως έτσι να είναι καλύτερα, ίσως έτσι να ξεχαστείς και λίγο και να μη νιώθεις. Αλλά τι λέω δε νιώθεις ήδη.
Ποίηση για το τώρα και το μετά-Φωτογραφικές εντυπώσεις-Μικρές Ιστορίες για άλλους καιρούς -- Poetry for the now and the after-Photographic impressions-Short Stories for other times- Experiments on Literature
Tuesday, January 18, 2011
Saturday, January 15, 2011
Το κουκούλι μου
Περιμένω, περιμένω για κάτι που δεν έρχεται ποτέ. Κολλάω και δεν ξέρω γιατί. Η ζωή μου μια ευθεία γραμμή που ξεφεύγει από την πραγματικότητα και ταξιδεύει στα δικά της μονοπάτια. Με γωνίες και κύκλους που τρελαίνουν τη σταθερότητα των υπολοίπων. Και κάτι χάνω μέσα στους αιώνες της ύπαρξής μου. Κάτι μου διαφεύγει, μου ξεφεύγει μέσα από τα αέρινα χέρια μου. Χάνω το μυαλό μου στα αδιέξοδα του έξω κόσμου. Θέλω πάλι να κλειστώ στο δικό μου μοναδικό κόσμο, να μη μιλάω σε κανέναν, να μην ακούω πια κανέναν, το μόνο που να με συντροφεύει να είναι η γαλήνη του εγώ μου, η ηρεμία της ψυχής μου. Να κλειστώ μέσα στη φούσκα της ζωής μου και να μην ξαναβγώ.
Όλοι πρέπει να υποστούμε μικρούς θανάτους, κάθε δοκιμασία της ζωής είναι ένας μικρός θάνατος, αλλά συνάμα και μια μικρή αναγέννηση. Αλλά εάν δεν πεθάνεις πρώτα, να υποστείς την απόλυτη φθορά, να χαθείς, να εξαφανιστείς, να νιώσεις μέσα σου τον πόνο, την οργή, την απογοήτευση, τη λύπη, την απόρριψη, το θάνατο, δε μπορείς να συνεχίσεις. Πρέπει να υποστείς την απόλυτη μεταμόρφωση πρώτα, την αλλαγή στο έσω σου, στην ψυχή σου και έπειτα θα επέλθει και η ολική σου μεταμόρφωση, σαν τις πεταλούδες. Πρώτα ξεκινούν σαν άσημες κάμπιες και βάζουν τον εαυτό τους να υποστεί ένα θάνατο. Τυλίγονται μέσα στο ίδιο τους το κουκούλι και έπειτα από την αναμονή επέρχεται η ολική μεταμόρφωση σε κάτι τόσο όμορφο και μαγικό, μία πεταλούδα. Έτσι λοιπόν είναι και η ψυχές μας. Κάθε μέρα έρχεσαι αντιμέτωπος με δοκιμασίες της ζωής που μέσα από τον πόνο που σου προξενούν αλλάζεις και πρέπει να τον υποστείς, σαν μια κάμπια να τυλιχτείς μέσα στο κουκούλι σου, μέχρι να περάσει αυτή η περίοδος και να μεταμορφωθείς, να γίνεις ένα νέο κομμάτι του εαυτού σου.
Όλοι πρέπει να υποστούμε μικρούς θανάτους, κάθε δοκιμασία της ζωής είναι ένας μικρός θάνατος, αλλά συνάμα και μια μικρή αναγέννηση. Αλλά εάν δεν πεθάνεις πρώτα, να υποστείς την απόλυτη φθορά, να χαθείς, να εξαφανιστείς, να νιώσεις μέσα σου τον πόνο, την οργή, την απογοήτευση, τη λύπη, την απόρριψη, το θάνατο, δε μπορείς να συνεχίσεις. Πρέπει να υποστείς την απόλυτη μεταμόρφωση πρώτα, την αλλαγή στο έσω σου, στην ψυχή σου και έπειτα θα επέλθει και η ολική σου μεταμόρφωση, σαν τις πεταλούδες. Πρώτα ξεκινούν σαν άσημες κάμπιες και βάζουν τον εαυτό τους να υποστεί ένα θάνατο. Τυλίγονται μέσα στο ίδιο τους το κουκούλι και έπειτα από την αναμονή επέρχεται η ολική μεταμόρφωση σε κάτι τόσο όμορφο και μαγικό, μία πεταλούδα. Έτσι λοιπόν είναι και η ψυχές μας. Κάθε μέρα έρχεσαι αντιμέτωπος με δοκιμασίες της ζωής που μέσα από τον πόνο που σου προξενούν αλλάζεις και πρέπει να τον υποστείς, σαν μια κάμπια να τυλιχτείς μέσα στο κουκούλι σου, μέχρι να περάσει αυτή η περίοδος και να μεταμορφωθείς, να γίνεις ένα νέο κομμάτι του εαυτού σου.
Wednesday, December 22, 2010
Το έργο
Πριν σε βρω σε είχα σκεφτεί
πριν το φως εγώ σε είχα δει
λες κι ήσουν για μένα
και τον πόνο είχα αισθανθεί
πριν το ψέμα πριν την πληγή
πριν κλάψω για σένα
Κι αν χαθούμε ας γίνει με τρόπο
σαν της μέρας φως που χάνεται αργά
για να μη καταλάβω και νιώσω
Κι ας τα ήξερα πριν γίνουν όλα αυτά
Το έργο πια ίδιο στο τέλος
λες κι η καρδιά ζει για το βέλος
ντύθηκα κι απόψε να βγω
και σ΄ένα παραμύθι να μπω
με σένα και με μένα θα υποκριθώ μια στιγμή
πως δεν ξέρω τί θα συμβεί
ποιό είναι το θέμα πως δεν ξέρω τί θα συμβεί
Πριν σε βρω σε είχα σκεφτεί
πριν το φως εγώ σε είχα δει
λες κι ήσουν για μένα
και τον πόνο είχα αισθανθεί
πριν το ψέμα πριν την πληγή
πριν κλάψω για σένα
Στίχοι: Ελεάνα Βραχάλη
Μουσική: Νίκος Αντύπας
Πρώτη εκτέλεση: Σάκης Ρουβάς
πριν το φως εγώ σε είχα δει
λες κι ήσουν για μένα
και τον πόνο είχα αισθανθεί
πριν το ψέμα πριν την πληγή
πριν κλάψω για σένα
Κι αν χαθούμε ας γίνει με τρόπο
σαν της μέρας φως που χάνεται αργά
για να μη καταλάβω και νιώσω
Κι ας τα ήξερα πριν γίνουν όλα αυτά
Το έργο πια ίδιο στο τέλος
λες κι η καρδιά ζει για το βέλος
ντύθηκα κι απόψε να βγω
και σ΄ένα παραμύθι να μπω
με σένα και με μένα θα υποκριθώ μια στιγμή
πως δεν ξέρω τί θα συμβεί
ποιό είναι το θέμα πως δεν ξέρω τί θα συμβεί
Πριν σε βρω σε είχα σκεφτεί
πριν το φως εγώ σε είχα δει
λες κι ήσουν για μένα
και τον πόνο είχα αισθανθεί
πριν το ψέμα πριν την πληγή
πριν κλάψω για σένα
Στίχοι: Ελεάνα Βραχάλη
Μουσική: Νίκος Αντύπας
Πρώτη εκτέλεση: Σάκης Ρουβάς
Monday, December 20, 2010
Το χάος
Περιμένω, περιμένω για κάτι που δεν έρχεται ποτέ. Κολλάω και δεν ξέρω γιατί. Η ζωή μου μια ευθεία γραμμή που ξεφεύγει από την πραγματικότητα και ταξιδεύει στα δικά της μονοπάτια. Με γωνίες και κύκλους που τρελαίνουν τη σταθερότητα των υπολοίπων. Και κάτι χάνω μέσα στους αιώνες της ύπαρξής μου. Κάτι μου διαφεύγει, μου ξεφεύγει μέσα από τα αέρινα χέρια μου. Χάνω το μυαλό μου στα αδιέξοδα του έξω κόσμου. Θέλω πάλι να κλειστώ στο δικό μου μοναδικό κόσμο, να μη μιλάω σε κανέναν, να μην ακούω πια κανέναν, το μόνο που να με συντροφεύει να είναι η γαλήνη του εγώ μου, η ηρεμία της ψυχής μου. Να κλειστώ μέσα στη φούσκα της ζωής μου και να μην ξαναβγώ.
Wednesday, December 8, 2010
Η επιστροφή
Θεσσαλονίκη, 7 Δεκεμβρίου 2010
Κάθομαι στο μπαλκόνι του σπιτιού μου και προσπαθώ να βάλω σε τάξη τις σκέψεις μου και τα συναισθήματά μου για αυτό που έζησα. Το αποτέλεσμα; Είναι αδύνατο να εκφραστώ. Πώς να περιγράψεις κάτι που έζησες τόσο έντονα, μία εμπειρία γεμάτη όμορφες και αξέχαστες στιγμές; Τους ανθρώπους που γνώρισες, έκλαψες, γέλασες μαζί τους; Που τόσο αγάπησες; Τόπους μακρινούς και πόλεις απαράμιλλης ομορφιάς; Δεν μπορείς, δεν μπορείς. Είναι χαραγμένα βαθιά μέσα στο μυαλό σου και στα σοκάκια της μνήμης σου.
Αντιλαμβάνεσαι πόσο λίγο ήταν όλο αυτό, πόσο πολύ θα ήθελες να το ξαναζήσεις και να ξαναπάς εκεί, να γινόντουσαν όλα ξανά από την αρχή, δεν μπορείς όμως. Και δεν το μετανιώνεις που επέστρεψες πίσω. Είδες τους αγαπημένους σου που τόσο σου έλειψαν, φίλους, οικογένεια, ανθρώπους που ποτέ δε γνώρισες, αλλά όταν τους κοιτάς στο δρόμο, κάτι σου θυμίζουν. Αχ! Τι ωραία να γυρνάς πίσω! Να ξαναβλέπεις όλα αυτά που σου έλειψαν τόσο από την πατρίδα και που όταν τα σκεφτόσουν σου φαίνονταν τόσο μακρινά! Αλλά τώρα είναι το αντίθετο. Σκέφτεσαι, πότε έγιναν όλα αυτά στη μακρινή Αυστραλία; Ήταν όντως αληθινό ή το ονειρεύτηκες; Όχι ήταν παραπάνω από αληθινό! Παραπάνω από κάθε τι πραγματικό και ψεύτικο μαζί. Κάτι παραπάνω από άλλη μία εμπειρία τελικά.
Για να είμαι ειλικρινής, τα συναισθήματά μου είναι ανάμεικτα, είμαι χαρούμενη μέχρι δακρύων που είμαι πίσω, αλλά από την άλλη δυσκολεύομαι να προσαρμοστώ ακόμη – φταίει και το καταραμένο jet lag – δεν θέλω να συνειδητοποιήσω ότι όλο αυτό τελείωσε οριστικά, ότι πιθανόν (πιθανόν λέγω) να μην ξαναγυρίσω ποτέ πια στο Σύδνεϋ και να μην ξαναδώ όλους αυτούς τους ανθρώπους. Είναι η στιγμή που έχεις συνηθίσει και έχεις μάθει να ζεις σε ένα τελείως διαφορετικό μέρος, έχεις προσαρμοστεί στις συνθήκες και εκείνη ακριβώς τη στιγμή πρέπει να φύγεις. Τότε είναι πολύ πιο δύσκολο να αλλάξεις ξανά τρόπο ζωής.
Αλλά τώρα θα φανεί η δύναμή σου. Πώς μπορείς να ξαναρχίσεις τη ζωή σου από εκεί που την είχες αφήσει, να ξεκινήσεις από την αρχή, από το μηδέν για ακόμη μία φορά. Πάνω στα συντρίμμια αυτού που άφησες. Ξέρεις όμως βαθιά μέσα σου ότι θα ξαναγυρίσεις κάποια στιγμή εκεί, στο μέρος αυτό που τόσο ξένο σου έμοιαζε στην αρχή, αλλά τόσο κοντά στην καρδιά σου είναι τελικά. Και συνεχίζεις, συνεχίζεις, διότι δεν μπορείς να σταματήσεις το χρόνο στις στιγμές που έζησες, δεν μπορείς να παγώσεις τα λεπτά, τα δευτερόλεπτα. Ο χρόνος τρέχει, κάθε ώρα και στιγμή, τρέχει και πρέπει και εσύ να τον προλάβεις, να μη σταματήσεις ποτέ να τον ακολουθείς, διότι εάν το κάνεις, είσαι χαμένος. Δεν μπορείς να μείνεις στο παρελθόν, όσο και αν σου λείπει, όσο και αν θα ήθελες να τα ξαναζούσες όλα αυτά. Δεν μπορείς.
Αλλά τώρα ξέρεις ότι πρέπει – αλλά το κυριότερο μπορείς - να προχωρήσεις και ότι τα καλύτερα έρχονται εκεί που δεν τα περιμένεις. Είσαι έτοιμη να αρχίσεις ξανά, με τον παλιό σου εαυτό να έχει αφήσει τα κομμάτια του στη διαδρομή, κάπου εκεί σε κάποια χώρα, και το νέο σου εγώ να ξεπροβάλλει από το πουθενά, έτοιμο για κάθε πρόκληση και δοκιμασία της ζωής. Έτοιμο για κάθε ευτυχία, στενοχώρια, απογοήτευση, φιλία, έρωτα. Άφησες τον παλιό σου εαυτό να θαφτεί μια και καλή, και το καινούργιο σου εγώ είναι έτοιμο να ζήσει. Να ζήσει μια ζωή όπως την ονειρεύτηκε, όπως την ήθελε πάντα. Viva la Vida λοιπόν!
Κάθομαι στο μπαλκόνι του σπιτιού μου και προσπαθώ να βάλω σε τάξη τις σκέψεις μου και τα συναισθήματά μου για αυτό που έζησα. Το αποτέλεσμα; Είναι αδύνατο να εκφραστώ. Πώς να περιγράψεις κάτι που έζησες τόσο έντονα, μία εμπειρία γεμάτη όμορφες και αξέχαστες στιγμές; Τους ανθρώπους που γνώρισες, έκλαψες, γέλασες μαζί τους; Που τόσο αγάπησες; Τόπους μακρινούς και πόλεις απαράμιλλης ομορφιάς; Δεν μπορείς, δεν μπορείς. Είναι χαραγμένα βαθιά μέσα στο μυαλό σου και στα σοκάκια της μνήμης σου.
Αντιλαμβάνεσαι πόσο λίγο ήταν όλο αυτό, πόσο πολύ θα ήθελες να το ξαναζήσεις και να ξαναπάς εκεί, να γινόντουσαν όλα ξανά από την αρχή, δεν μπορείς όμως. Και δεν το μετανιώνεις που επέστρεψες πίσω. Είδες τους αγαπημένους σου που τόσο σου έλειψαν, φίλους, οικογένεια, ανθρώπους που ποτέ δε γνώρισες, αλλά όταν τους κοιτάς στο δρόμο, κάτι σου θυμίζουν. Αχ! Τι ωραία να γυρνάς πίσω! Να ξαναβλέπεις όλα αυτά που σου έλειψαν τόσο από την πατρίδα και που όταν τα σκεφτόσουν σου φαίνονταν τόσο μακρινά! Αλλά τώρα είναι το αντίθετο. Σκέφτεσαι, πότε έγιναν όλα αυτά στη μακρινή Αυστραλία; Ήταν όντως αληθινό ή το ονειρεύτηκες; Όχι ήταν παραπάνω από αληθινό! Παραπάνω από κάθε τι πραγματικό και ψεύτικο μαζί. Κάτι παραπάνω από άλλη μία εμπειρία τελικά.
Για να είμαι ειλικρινής, τα συναισθήματά μου είναι ανάμεικτα, είμαι χαρούμενη μέχρι δακρύων που είμαι πίσω, αλλά από την άλλη δυσκολεύομαι να προσαρμοστώ ακόμη – φταίει και το καταραμένο jet lag – δεν θέλω να συνειδητοποιήσω ότι όλο αυτό τελείωσε οριστικά, ότι πιθανόν (πιθανόν λέγω) να μην ξαναγυρίσω ποτέ πια στο Σύδνεϋ και να μην ξαναδώ όλους αυτούς τους ανθρώπους. Είναι η στιγμή που έχεις συνηθίσει και έχεις μάθει να ζεις σε ένα τελείως διαφορετικό μέρος, έχεις προσαρμοστεί στις συνθήκες και εκείνη ακριβώς τη στιγμή πρέπει να φύγεις. Τότε είναι πολύ πιο δύσκολο να αλλάξεις ξανά τρόπο ζωής.
Αλλά τώρα θα φανεί η δύναμή σου. Πώς μπορείς να ξαναρχίσεις τη ζωή σου από εκεί που την είχες αφήσει, να ξεκινήσεις από την αρχή, από το μηδέν για ακόμη μία φορά. Πάνω στα συντρίμμια αυτού που άφησες. Ξέρεις όμως βαθιά μέσα σου ότι θα ξαναγυρίσεις κάποια στιγμή εκεί, στο μέρος αυτό που τόσο ξένο σου έμοιαζε στην αρχή, αλλά τόσο κοντά στην καρδιά σου είναι τελικά. Και συνεχίζεις, συνεχίζεις, διότι δεν μπορείς να σταματήσεις το χρόνο στις στιγμές που έζησες, δεν μπορείς να παγώσεις τα λεπτά, τα δευτερόλεπτα. Ο χρόνος τρέχει, κάθε ώρα και στιγμή, τρέχει και πρέπει και εσύ να τον προλάβεις, να μη σταματήσεις ποτέ να τον ακολουθείς, διότι εάν το κάνεις, είσαι χαμένος. Δεν μπορείς να μείνεις στο παρελθόν, όσο και αν σου λείπει, όσο και αν θα ήθελες να τα ξαναζούσες όλα αυτά. Δεν μπορείς.
Αλλά τώρα ξέρεις ότι πρέπει – αλλά το κυριότερο μπορείς - να προχωρήσεις και ότι τα καλύτερα έρχονται εκεί που δεν τα περιμένεις. Είσαι έτοιμη να αρχίσεις ξανά, με τον παλιό σου εαυτό να έχει αφήσει τα κομμάτια του στη διαδρομή, κάπου εκεί σε κάποια χώρα, και το νέο σου εγώ να ξεπροβάλλει από το πουθενά, έτοιμο για κάθε πρόκληση και δοκιμασία της ζωής. Έτοιμο για κάθε ευτυχία, στενοχώρια, απογοήτευση, φιλία, έρωτα. Άφησες τον παλιό σου εαυτό να θαφτεί μια και καλή, και το καινούργιο σου εγώ είναι έτοιμο να ζήσει. Να ζήσει μια ζωή όπως την ονειρεύτηκε, όπως την ήθελε πάντα. Viva la Vida λοιπόν!
Monday, November 15, 2010
Αγανάκτηση
Τις τελευταίες μέρες απορώ με τον ίδιο μου τον εαυτό. Πώς πολλές φορές αφήνομαι στις αποφάσεις των άλλων, αφήνομαι και γίνομαι έρμαιο των δικών τους επιλογών. Γιατί; Γιατί πολλές φορές δεν θέλω να αποφασίσω για τον ίδιο μου τον εαυτό. Δε θέλω να έρθω αντιμέτωπη με την πραγματικότητά μου και τις δικές μου αποφάσεις. Αλλά όταν αυτό παραπάει και οι άλλοι το αντιλαμβάνονται, προσπαθούν να σε εκμεταλλευτούν. Όχι κύριοι, τι λέτε; Εγώ δεν είμαι πιόνι κανενός! Ούτε καλά καλά του ίδιου μου του εαυτού. Γι’ αυτό και κόβω τα πολλά πολλά και απομακρύνομαι. Δεν κάνω φασαρία – δεν είναι στη φύση μου ούτως η άλλως – και απλά την κάνω με ελαφρά. Όσο αθώα ή ευγενική και αν φαίνομαι σε όσους με γνωρίζουν, τόσο ξύπνια είμαι. Και δεν επιτρέπω σε κανέναν να με έχει του χεριού του. Όλα αυτά είναι λόγια θυμού και αγανάκτησης, διότι υπάρχουν πολλοί άνθρωποι που ψάχνουν ένα θύμα να τους κάνει όλα τα χατίρια, κάποιον να έχουν του χεριού τους. Ε όχι λοιπόν, εγώ δεν είμαι από αυτά τα υποψήφια θύματα. Και ούτε ψάχνω κάποιο για μένα. Είμαι κυρίαρχος του εαυτού μου – ή έτσι θέλω να πιστεύω. Αλλά τουλάχιστον δεν ανήκω σε κανέναν.
Ξέρω όλα αυτά ακούγονται περίεργα και χωρίς νόημα, αλλά δυστυχώς δεν μπορώ να κατονομάσω κανέναν από αυτούς τους ανθρώπους, οι οποίοι με το που δουν ευγενικό άνθρωπο τον κατασπαράζουν. Αν και ναι, έχω γνωρίσει αρκετούς. Δυστυχώς. Αλλά τι να κάνεις; Δεν είναι ότι τους συναντώ πρώτη φορά! Τους ξέρω χρόνια τώρα, τους έχω μάθει. Και έχω μάθει να ξεφεύγω όταν έρθει η κατάλληλη στιγμή. Τέλος πάντων. Μία συμβουλή μόνο. Να είστε ευγενικοί μόνο εκεί που ξέρετε ότι αξίζει, αλλιώς θα την πατήσετε αγαπητοί μου. Και μετά άντε να γλιτώσεις.
Ξέρω όλα αυτά ακούγονται περίεργα και χωρίς νόημα, αλλά δυστυχώς δεν μπορώ να κατονομάσω κανέναν από αυτούς τους ανθρώπους, οι οποίοι με το που δουν ευγενικό άνθρωπο τον κατασπαράζουν. Αν και ναι, έχω γνωρίσει αρκετούς. Δυστυχώς. Αλλά τι να κάνεις; Δεν είναι ότι τους συναντώ πρώτη φορά! Τους ξέρω χρόνια τώρα, τους έχω μάθει. Και έχω μάθει να ξεφεύγω όταν έρθει η κατάλληλη στιγμή. Τέλος πάντων. Μία συμβουλή μόνο. Να είστε ευγενικοί μόνο εκεί που ξέρετε ότι αξίζει, αλλιώς θα την πατήσετε αγαπητοί μου. Και μετά άντε να γλιτώσεις.
Tuesday, November 9, 2010
Εσύ ήσουν ο σκοπός μου, ο προσδιορισμός μου, ο λόγος για να ζω…
Τα όνειρά μου στοιχειώνονται από τη μορφή σου. Μπαίνεις μέσα στα άδυτα του υποσυνείδητού μου και τα ταράζεις. Σε έχω ξεχάσει, δε σε σκέφτομαι πια. Όχι όπως πριν. και όμως είσαι εκεί, μέσα στα χαμένα μου όνειρα και τις τρελές μου σκέψεις. Δεν έχω άλλη μαυρίλα, έχει ξεπλυθεί μαζί με σένα και ό, τι άφησες πίσω. Χαίρομαι για αυτό αλλά συνάμα έχασα εσένα.
Είσαι μακριά, πάντα ήσουν και κάθε βράδυ ξετρυπώνεις από το πουθενά μέσα στο νου μου. Γιατί έτσι; Όλα είναι διαφορετικά τώρα, δεν είμαι αυτή που ήμουν αλλά εσύ έρχεσαι ακόμη όπως ερχόσουν, σαν να μην άλλαξε τίποτα και να μην έφυγα. Δεν είναι η πραγματικότητα όμως. Το φάντασμα σου με στοιχειώνει, αλλά δεν είναι τίποτε άλλο από τη δική μου φαντασία. Ναι είσαι αποκύημα της τρομερής και κατεστραμμένης μου φαντασίας γιατί απλούστατα δεν μπορώ να σε αφήσω πίσω. Και όχι γιατί είμαι ερωτευμένη με εσένα, αλλά με αυτό που μου έδωσες, με αυτό που αντιπροσώπευες, την αληθινή και χωρίς όρους αγάπη, τον αληθινό και παθιασμένο έρωτα που χάρισες απλόχερα, αλλά τόσο βίαια πήρες πίσω.
Φύγε λοιπόν φάντασμα, σταμάτα να με κυνηγάς – λέω στο μυαλό μου. Και ξάφνου υπακούει τυφλά. Όλα χάνονται και δε βλέπω τίποτα. Κάτι λευκό και απροσδιόριστο ξεπροβάλλει στους διαδρόμους του ζαλισμένου μου μυαλού. Κάτι που δεν μπορώ να καταλάβω τι είναι, γιατί από τη ζαλάδα που μου έφερε η απότομη αλλαγή δεν μπορώ να εστιάσω. Προσπαθώ ξανά και ξανά, αλλά τίποτα. Αποφασίζω λοιπόν να κλείσω τα μάτια μου και να αφεθώ στη ζεστασιά και το φως που μου προσφέρει η άγνωστη αυτή πηγή που ολοένα και πλησιάζει προς το μέρος μου. Δεν την αντέχω όμως τόση δύναμη και λιποθυμώ.
Ξυπνώ σε ένα δάσος, τόσο πυκνό που είναι σκοτεινά. Ελάχιστο φως περνάει μέσα από τις φυλλωσιές. Κάποιες ηλιαχτίδες προσπαθούν απεγνωσμένα να περάσουν τα άγρια και ψηλά δέντρα του δάσους και να φτάσουν στο έδαφος. Να ζεστάνουν ό, τι πεθαμένο έχει ξεμείνει εκεί, με μόνη ελπίδα να ξαναβρεί τη χαμένη του ζωή. Εγώ παρακολουθώντας τη μάχη αυτή αναρωτιέμαι. Πώς θα ξαναζωντανέψουν όλα αυτά που έχουν πεθάνει, αναμνήσεις, συναισθήματα, μορφές, άνθρωποι; Ακόμη και αν όλο το φως του ήλιου πέσει πάνω τους τίποτα δεν είναι όπως πριν. Τίποτα νεκρό δεν ανασταίνεται στη φύση, το ίδιο λοιπόν συμβαίνει και στο μυαλό του ανθρώπου.
Ξάφνου μία ζωηρή και πεισματάρα ηλιαχτίδα καταφέρνει και φωτίζει με το δυνατό της φως ένα μαραμένο λουλούδι. Εγώ κουρασμένη όπως είμαι από το συνεχόμενο ταξίδι μου στο χρόνο αντιλαμβάνομαι ότι το πεθαμένο λουλούδι αρχίζει και κουνιέται. Απορημένη πλησιάζω. Αλλά ό, τι και να πω είναι λίγο. Σπίθες και πυγολαμπίδες ξεπρόβαλλαν από το πουθενά αφήνοντας εμένα και την υπόλοιπη φύση άναυδη. Μέσα από αυτές τις σπίθες πράσινα κλαδιά σα μαστίγια εμφανίστηκαν, αγκαλιάζοντας τις μαραμένες ρίζες του λουλουδιού, δημιουργώντας νέες και δυνατότερες ρίζες. Και οι πυγολαμπίδες έπλεκαν με τα φτερά τους από πάνω νέο μπουμπούκι, το οποίο έλαμπε από το φως τους. Κάτι μαγικό, κάτι ανείπωτο είχε μόλις συμβεί. Δεν το είχα ξαναζήσει ποτέ μου. Και εκεί που θαύμαζα το μεγαλείο που μόλις είχε δημιουργηθεί μπροστά μου, άρχισε να βρέχει από το πουθενά. Τόσο δυνατά που νόμιζες πως όλη η πλάση τραγουδούσε για το θαύμα που είχε γίνει. Οι σταγόνες που έπεσαν επάνω στο αναγεννημένο μπουμπούκι ολοκλήρωσαν το τελετουργικό. Λευκά πέταλα άρχισαν να φυτρώνουν, τόσο όμορφα που σου ερχόταν να κλάψεις. Τόσο όμορφα! Έκλεισα τα μάτια μου. Δεν μπορούσα άλλο να παρακολουθώ. Δάκρυσα. Τόση μαγεία και ομορφιά δεν μπορούσαν να είναι αλήθεια. Όχι για μένα. Και τότε άκουσα μια φωνή. Ήταν η δική μου απάντηση σε ό, τι με ταλαιπωρούσε. Απάντησα λοιπόν στον εαυτό μου: «ό, τι είδες εδώ αντιπροσωπεύει όλα τα θαύματα που μπορούν να γίνουν στον κόσμο τούτο. Ακόμη και τα πιο νεκρά λουλούδια μπορούν να μεταμορφωθούν στα πιο ωραία και στα πιο λευκά τριαντάφυλλα του κόσμου, αρκεί να μη σταματήσεις ποτέ να πιστεύεις. Ποτέ». Ξαφνιάστηκα. Δεν περίμενα να έρθει η απάντηση από εμένα. Αλλά όλα αυτά ήταν στο δικό μου μυαλό, κατάλαβα αργότερα. Στα βάθη του μυαλού μου.
Ναι λοιπόν, όλες οι σοφές απαντήσεις βρίσκονται μέσα μας, αρκεί να τις ξετρυπώσουμε με κάποιο τρόπο. Σε άλλους έρχονται έτσι χωρίς κάποιο ιδιαίτερο έναυσμα, σε κάποιους όταν είναι ευτυχισμένοι, δυστυχισμένοι, αλαφιασμένοι, θυμωμένοι, απορημένοι, χαμένοι, σκεπτικοί. Και σε κάποιους όταν φτάνουν στο όριο του κενού και του πραγματικού. Κάπως έτσι βρήκα και εγώ τη δική μου, φτάνοντας στο όριο. Γιατί τίποτα δε γίνεται αν δεν ζήσεις κάποιες καταστάσεις, αν δεν πέσεις χαμηλά, αν δε βρεθείς στην άκρη, αν δεν απογοητευτείς, αν δε νιώσεις το τσίμπημα αυτό όταν κάτι σε πονάει τόσο, αν δεν κλάψεις. Αν δεν πεθάνεις πρώτα. Τίποτα. Όλοι λοιπόν είμαστε σα μαραμένα λουλούδια, σαν ετοιμοθάνατοι φοίνικες, που στο τέλος ξαναγεννιόμαστε από τις στάχτες μας μόνοι μας ή περιμένουμε μια ηλιαχτίδα να μας φωτίσει και να μας ζωντανέψει. Για κάποιους η ηλιαχτίδα είναι ένας άνθρωπος που τους φωτίζει τη ζωή και για κάποιους άλλους τους αρκεί να ξαναγεννηθούν από τις ίδιες τους τις στάχτες, χωρίς βοήθεια από κανέναν. Οι πρώτοι είναι οι τυχεροί αλλά οι δεύτεροι, οι γενναίοι.
Είσαι μακριά, πάντα ήσουν και κάθε βράδυ ξετρυπώνεις από το πουθενά μέσα στο νου μου. Γιατί έτσι; Όλα είναι διαφορετικά τώρα, δεν είμαι αυτή που ήμουν αλλά εσύ έρχεσαι ακόμη όπως ερχόσουν, σαν να μην άλλαξε τίποτα και να μην έφυγα. Δεν είναι η πραγματικότητα όμως. Το φάντασμα σου με στοιχειώνει, αλλά δεν είναι τίποτε άλλο από τη δική μου φαντασία. Ναι είσαι αποκύημα της τρομερής και κατεστραμμένης μου φαντασίας γιατί απλούστατα δεν μπορώ να σε αφήσω πίσω. Και όχι γιατί είμαι ερωτευμένη με εσένα, αλλά με αυτό που μου έδωσες, με αυτό που αντιπροσώπευες, την αληθινή και χωρίς όρους αγάπη, τον αληθινό και παθιασμένο έρωτα που χάρισες απλόχερα, αλλά τόσο βίαια πήρες πίσω.
Φύγε λοιπόν φάντασμα, σταμάτα να με κυνηγάς – λέω στο μυαλό μου. Και ξάφνου υπακούει τυφλά. Όλα χάνονται και δε βλέπω τίποτα. Κάτι λευκό και απροσδιόριστο ξεπροβάλλει στους διαδρόμους του ζαλισμένου μου μυαλού. Κάτι που δεν μπορώ να καταλάβω τι είναι, γιατί από τη ζαλάδα που μου έφερε η απότομη αλλαγή δεν μπορώ να εστιάσω. Προσπαθώ ξανά και ξανά, αλλά τίποτα. Αποφασίζω λοιπόν να κλείσω τα μάτια μου και να αφεθώ στη ζεστασιά και το φως που μου προσφέρει η άγνωστη αυτή πηγή που ολοένα και πλησιάζει προς το μέρος μου. Δεν την αντέχω όμως τόση δύναμη και λιποθυμώ.
Ξυπνώ σε ένα δάσος, τόσο πυκνό που είναι σκοτεινά. Ελάχιστο φως περνάει μέσα από τις φυλλωσιές. Κάποιες ηλιαχτίδες προσπαθούν απεγνωσμένα να περάσουν τα άγρια και ψηλά δέντρα του δάσους και να φτάσουν στο έδαφος. Να ζεστάνουν ό, τι πεθαμένο έχει ξεμείνει εκεί, με μόνη ελπίδα να ξαναβρεί τη χαμένη του ζωή. Εγώ παρακολουθώντας τη μάχη αυτή αναρωτιέμαι. Πώς θα ξαναζωντανέψουν όλα αυτά που έχουν πεθάνει, αναμνήσεις, συναισθήματα, μορφές, άνθρωποι; Ακόμη και αν όλο το φως του ήλιου πέσει πάνω τους τίποτα δεν είναι όπως πριν. Τίποτα νεκρό δεν ανασταίνεται στη φύση, το ίδιο λοιπόν συμβαίνει και στο μυαλό του ανθρώπου.
Ξάφνου μία ζωηρή και πεισματάρα ηλιαχτίδα καταφέρνει και φωτίζει με το δυνατό της φως ένα μαραμένο λουλούδι. Εγώ κουρασμένη όπως είμαι από το συνεχόμενο ταξίδι μου στο χρόνο αντιλαμβάνομαι ότι το πεθαμένο λουλούδι αρχίζει και κουνιέται. Απορημένη πλησιάζω. Αλλά ό, τι και να πω είναι λίγο. Σπίθες και πυγολαμπίδες ξεπρόβαλλαν από το πουθενά αφήνοντας εμένα και την υπόλοιπη φύση άναυδη. Μέσα από αυτές τις σπίθες πράσινα κλαδιά σα μαστίγια εμφανίστηκαν, αγκαλιάζοντας τις μαραμένες ρίζες του λουλουδιού, δημιουργώντας νέες και δυνατότερες ρίζες. Και οι πυγολαμπίδες έπλεκαν με τα φτερά τους από πάνω νέο μπουμπούκι, το οποίο έλαμπε από το φως τους. Κάτι μαγικό, κάτι ανείπωτο είχε μόλις συμβεί. Δεν το είχα ξαναζήσει ποτέ μου. Και εκεί που θαύμαζα το μεγαλείο που μόλις είχε δημιουργηθεί μπροστά μου, άρχισε να βρέχει από το πουθενά. Τόσο δυνατά που νόμιζες πως όλη η πλάση τραγουδούσε για το θαύμα που είχε γίνει. Οι σταγόνες που έπεσαν επάνω στο αναγεννημένο μπουμπούκι ολοκλήρωσαν το τελετουργικό. Λευκά πέταλα άρχισαν να φυτρώνουν, τόσο όμορφα που σου ερχόταν να κλάψεις. Τόσο όμορφα! Έκλεισα τα μάτια μου. Δεν μπορούσα άλλο να παρακολουθώ. Δάκρυσα. Τόση μαγεία και ομορφιά δεν μπορούσαν να είναι αλήθεια. Όχι για μένα. Και τότε άκουσα μια φωνή. Ήταν η δική μου απάντηση σε ό, τι με ταλαιπωρούσε. Απάντησα λοιπόν στον εαυτό μου: «ό, τι είδες εδώ αντιπροσωπεύει όλα τα θαύματα που μπορούν να γίνουν στον κόσμο τούτο. Ακόμη και τα πιο νεκρά λουλούδια μπορούν να μεταμορφωθούν στα πιο ωραία και στα πιο λευκά τριαντάφυλλα του κόσμου, αρκεί να μη σταματήσεις ποτέ να πιστεύεις. Ποτέ». Ξαφνιάστηκα. Δεν περίμενα να έρθει η απάντηση από εμένα. Αλλά όλα αυτά ήταν στο δικό μου μυαλό, κατάλαβα αργότερα. Στα βάθη του μυαλού μου.
Ναι λοιπόν, όλες οι σοφές απαντήσεις βρίσκονται μέσα μας, αρκεί να τις ξετρυπώσουμε με κάποιο τρόπο. Σε άλλους έρχονται έτσι χωρίς κάποιο ιδιαίτερο έναυσμα, σε κάποιους όταν είναι ευτυχισμένοι, δυστυχισμένοι, αλαφιασμένοι, θυμωμένοι, απορημένοι, χαμένοι, σκεπτικοί. Και σε κάποιους όταν φτάνουν στο όριο του κενού και του πραγματικού. Κάπως έτσι βρήκα και εγώ τη δική μου, φτάνοντας στο όριο. Γιατί τίποτα δε γίνεται αν δεν ζήσεις κάποιες καταστάσεις, αν δεν πέσεις χαμηλά, αν δε βρεθείς στην άκρη, αν δεν απογοητευτείς, αν δε νιώσεις το τσίμπημα αυτό όταν κάτι σε πονάει τόσο, αν δεν κλάψεις. Αν δεν πεθάνεις πρώτα. Τίποτα. Όλοι λοιπόν είμαστε σα μαραμένα λουλούδια, σαν ετοιμοθάνατοι φοίνικες, που στο τέλος ξαναγεννιόμαστε από τις στάχτες μας μόνοι μας ή περιμένουμε μια ηλιαχτίδα να μας φωτίσει και να μας ζωντανέψει. Για κάποιους η ηλιαχτίδα είναι ένας άνθρωπος που τους φωτίζει τη ζωή και για κάποιους άλλους τους αρκεί να ξαναγεννηθούν από τις ίδιες τους τις στάχτες, χωρίς βοήθεια από κανέναν. Οι πρώτοι είναι οι τυχεροί αλλά οι δεύτεροι, οι γενναίοι.
Subscribe to:
Posts (Atom)